Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "υἱός" on this wiki. See also the other search results found.

  • utterances of the devil, υἱός τοῦ ὑψίστου, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ (ὁ) βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ, ὁ Χριστός ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, Ἰησοῦς Χριστός υἱός τοῦ (L Tr WH margin omit
    52 KB (5,765 words) - 14:35, 3 October 2019
  • v. υἱός. υἷος: эп. gen. к υἱός.
    102 bytes (7 words) - 07:12, 31 December 2018
  • τον γιο ή την κόρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < υιός, με ανάπτυξη j από τη συνίζηση του συμπλέγματος io (πρβλ. ιατρός -γιατρός). Βλ. και υιός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (90 words) - 06:26, 29 September 2017
  • [ᾱ], τό, Dim. of υἱός, Gloss. [Seite 1175] τό, dim. von υἱός, Söhnlein, Hippocr. υἱάφιον: [ᾱ], τό, ὑποκορ. τοῦ υἱός, μνημονεύεται ἐκ τοῦ Ἱππ. τὸ
    943 bytes (49 words) - 12:54, 29 September 2017
  • Ιλ.) β) «υἱὸς εἰρήνης» — ο Ιησούς Χριστός γ) «υἱοὶ ἀνθρώπων» και «υἱοὶ θεοῡ» — οι άνθρωποι (ΚΔ) δ) «δάμου υἱός» και «υἱὸς πόλεως» και «υἱὸς Ἑλλάδος» —
    7 KB (537 words) - 15:27, 15 January 2019
  • μου», «οι νέοι, η ελπίς του έθνους», «ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός...», «Ὀρέστης ἐλπίς δόμων») 3. φρ. α) «παρ' ἐλπίδα» — χωρίς να το περιμένει
    3 KB (232 words) - 07:07, 29 September 2017
  • υἱάσι,    A v. υἱός. υἷα: Ἐπικ. αἰτ. τοῦ υἱός, Ἰλ. Ο. 419, Ὀδ. Υ. 35, κλπ. acc. sg. de υἱός. υἷα: υἷας, Επικ. αιτ. ενικ. και πληθ. του υἱός. υἷα: эп
    667 bytes (34 words) - 07:56, 31 December 2018
  • ας (ἡ) : adoption de qqn comme fils. Étymologie: υἱός, θετός. from a presumed compound of υἱός and a derivative of τίθημι; the placing as a son, i
    5 KB (535 words) - 07:46, 4 October 2019
  • прекрасный, славный (υἱός Hom.; ἀνήρ, παῖδες Pind.). Grammatical information: adj. Meaning: splendid, beautiful, famous (Il.; υἱός). (The Cretan and Cyprian
    14 KB (1,346 words) - 13:30, 2 October 2019
  • υποκορ. του ὗς, σε Ξεν. II.ὑΐδιον, τό, υποκορ. του υἱός, σε Αριστοφ. ὑΐδιον: I и υἵδιον τό υἱός сынок, сыночек Arph. II τό [ὗς] свинка, поросенок Xen
    2 KB (108 words) - 14:10, 31 January 2019
  • slang.gr | Κάτο υἱωνός: -οῦ, ὁ (υἱός), εγγονός, σε Όμηρ., Πλούτ. υἱωνός: ὁ внук Hom., Plut. υἱωνός, οῦ, ὁ, υἱός a grandson, Hom., Plut.
    2 KB (171 words) - 02:05, 10 January 2019
  • ὁ,    A v. υἱός. [Seite 1179] ὁ, = υἱός, ungebräuchlich, Lob. Phryn. 40. ὑός: ὁ, ἴδε υἱός. v. υἱός. ὑός: γεν. του ὗς. ὑός: ὁ = ὑιός.
    656 bytes (25 words) - 05:04, 1 January 2019
  • ὁ μὴ ἐκ νομίμου γάμου υἱός, δηλ. ὁ ἐκ δούλης ἢ παλλακῆς, συχν. ἐν τῇ Ἰλ. (οὐδέποτε ἐν τῇ Ὀδ.), Πίνδ., Ἡρόδ., καὶ Ἀττ.· νόθος υἱός Ἰλ. Β. 727, κτλ.· οἷος
    14 KB (1,272 words) - 14:05, 3 October 2019
  • Elmsl. εἰς Σοφ. Ο. Κ. σ. 83. οῦ (ὁ) : petit-fils. Étymologie: υἱός. ὑϊδοῦς: -οῦ, ὁ (υἱός), όπως το ὑϊδεύς, εγγονός, σε Ξεν., Δημ. ὑϊδοῦς: οῦ ὁ внук
    2 KB (122 words) - 06:24, 31 December 2018
  • εἶ ; Ar.Pax186, cf. Pl.Sph.216a: so in dat., γένει πολῖται D.23.24; γένει υἱός, opp. an adopted son, Id.44.2; οἱ ἐν γένει, = συγγενεῖς, S.OT1430; οἱ ἔξω
    52 KB (4,541 words) - 13:32, 3 October 2019
  • υἱάσι: ποιητ. δοτ. πληθ. τοῦ υἱός, Ὅμ. dat. pl. de υἱός. υἱάσι: ποιητ. δοτ. πληθ. του υἱός. υἱάσι: эп. dat. pl. к υἱός.
    308 bytes (23 words) - 14:04, 31 December 2018
  • δειλίας, Plato, legg. 3, p. 691c.; 10, p. 901e. [ SYNONYMS: τέκνον, υἱός: τέκνον and υἱός while concurring in pointing to parentage, differ in that τέκνον
    19 KB (2,392 words) - 14:40, 3 October 2019
  • 1204] adi. verb. zu τίθημι, gesetzt, festgesetzt, bestimmt, Sp. – Bes. παῖς, υἱός, an Kindes Statt angenommen, adoptirt; Pind. Ol. 9, 67; θετὸν παῖδα ποιοῦμαι
    5 KB (405 words) - 12:45, 14 January 2019
  • έος, ὁ,    A = υἱός (q.v.).
    314 bytes (6 words) - 01:18, 9 February 2013
  • means of generation, Iamb. Myst.1.18. [Seite 483] erzeugt, Plat. Tim. 52 a; υἱός, im Ggstz von ποιητός, Legg. XI, 923 e; sterblich, Luc. Icarom. 2; D. Hal
    8 KB (713 words) - 13:30, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)