Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "φαεσφόρος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο φᾰεσφόρος: -ον (φάος, φέρω), αυτός που φέρνει φως, σε Αισχύλ., Ευρ. φαεσφόρος: φάος светоносный, светящий, сияющий
    3 KB (206 words) - 12:50, 9 January 2019
  • adj. P. and V. λαμπρός, Ar. and V. παμφαής, φαεννός, V. φαεσφόρος, φλογωπός, φλογώψ, φοῖβος, εὐφεγγής, καλλιφεγγής, σελασφόρος, φαιδρός; see bright. Glossy:
    435 bytes (38 words) - 10:02, 21 July 2017
  • and V. φαεννός, παμφαής, V. φαιδρός, εὐαγής (Plat. also but rare P.), φαεσφόρος, φλογωπός, φλογώψ, φοῖβος, εὐφεγγής, καλλιφεγγής, σελασφόρος, ἐξαυγής (Eur
    959 bytes (90 words) - 09:23, 21 July 2017
  • adj. P. and V. λαμπρός, Ar. and V. φαεννός, V. φαεσφόρος, πύρπολος, αἰθαλοῦς, πάμφλεκτος; see bright. Met., λαμπρός. Look up blazing on Perseus | Wiktionary
    293 bytes (30 words) - 09:23, 21 July 2017
  • αἴθων, V. φαιδρός, εὐαγής (Plat. also but rare P.), φλογώψ, φλογωπός, φαεσφόρος, πύρπολος, εὐφεγγής, καλλιφεγγής, σελασφόρος, ἀστραπηφόρος. Variegated:
    543 bytes (48 words) - 09:41, 21 July 2017
  • αἴθων, V. φαιδρός, εὐαγής (Plat. also but rare P.), φλογώψ, φλσγωπός, φαεσφόρος, πυρπόλος, εὐφεγγής, καλλιφεγγής, σελασφόρος, ἀστραπηφόρος. Variegated:
    542 bytes (48 words) - 09:41, 21 July 2017
  • Bright: P. and V. λαμπρός, V. φαιδρός, εὐαγής (Plat. also but rare P.), φαεσφόρος, εὐφεγγής, σελασφόρος; see bright. Of looks: P. and V. φαιδρός, V. λαμπρός
    463 bytes (46 words) - 09:49, 21 July 2017
  • and V. φαεννός, παμφαής, V. φαιδρός, εὐαγής (also Plat. but rare P.), φαεσφόρος, φλογώψ, φλογωπός, φοῖβος, εὐφεγγής, ἐξαυγής (Eur., Rhes.), καλλιφεγγής
    545 bytes (49 words) - 09:27, 21 July 2017
  • (parox.), ον, poet. φαοσφόρος Lyr.Adesp. in PLit.Lond.51.5, φαεσφόρος Call.Dian.204, etc.:—    A bringing or giving light, Ἕως E.Ion1157; φ. ἀστήρ, of
    11 KB (923 words) - 14:39, 3 October 2019
  • -ον, Α (ποιητ. τ.) βλ. φαεσφόρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    93 bytes (15 words) - 12:42, 29 September 2017
  • τοῦ οἴνου, Εὐρ. Ἄλκ. 758· φλ. πήματος Σοφ. Οἰδ. Τύρ. 166· ― ἴδε ἐν λ. φαεσφόρος. ΙΙ. φυτόν τι (καλούμενον παρὰ Πλινίῳ Viola alba 21. 38), Θεοφρ. π. Φυτ
    12 KB (1,107 words) - 14:35, 3 October 2019
  • λιγνωτὸν Καλλ. εἰς Ἄρτεμ. 11, Μουσαῖος 300. και ιων. τ. φαεσφορίη, ἡ, Α φαεσφόρος (ποιητ. τ.) η ενέργεια του φαεσφορῶ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (79 words) - 12:56, 29 September 2017
  • φάος / φῶς απαντά ως α' συνθετικό λ. με τις μορφές φαεσ- / φωσ- (πρβλ. φαεσφόρος / φωσφόρος) και, κυρίως, φωτ(ο)σε μεγάλο αριθμό λ. όλων των περιόδων της
    29 KB (2,812 words) - 14:40, 3 October 2019
  • (s. Trümpy Fachausdrücke 208f.). Composita : Als Vorderglied u.a. in φαεσφόρος (Kall.), φαοσφόρος (Lyr. Adesp.), φωσφόρος (att.) Licht bringend, Fackel
    41 KB (4,038 words) - 16:05, 2 October 2019
  • светоносный = φαναῖος, φωσφόρος, φερεαυγής, σελασφόρος, φαεσφόρος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site
    135 bytes (41 words) - 18:25, 13 October 2019
  • светящий = φαεσφόρος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe |
    42 bytes (37 words) - 20:25, 14 October 2019
  • τηλαυγής, φωτεινός, λιπαρόχροος, λιπαρόχρους, λαμπρός, λευκός, φωσφόρος, φαεσφόρος, πολιός, φαέθων, φαιδρός, φαεινός, φαεννός, αὐγοειδής, ἐξαυγής, φλογώψ
    680 bytes (66 words) - 20:40, 14 October 2019
  • φάος / φῶς απαντά ως α' συνθετικό λ. με τις μορφές φαεσ- / φωσ- (πρβλ. φαεσφόρος / φωσφόρος) και, κυρίως, φωτ(ο)σε μεγάλο αριθμό λ. όλων των περιόδων της
    18 KB (1,328 words) - 11:35, 14 January 2019
  • βοῶν αὐτοσχεδὸν οὔατ' ἔβαλλε A.R.4.969; b) de la luz ἦμος δ' ἄκρον ἔβαλλε φαέσφορος οὐρανὸν Ἠώς A.R.4.885, en v. pas. βάλλεσθαι τῷ ἡλίῳ como etimología de
    129 KB (13,494 words) - 13:15, 3 October 2019