Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "φαιδρός" on this wiki. See also the other search results found.

  • gaidrus « clair, serein ». φαιδρός    1 shining ἐρευνασάτω μεγαλάνορος Ἡσυχίας τὸ φαιδρὸν φάος fr. 109. 2. -ή, -ό / φαιδρός, -ά, -όν, ΝΜΑ μτφ. αυτός που
    11 KB (870 words) - 10:50, 25 February 2019
  • adj. P. and V. λαμπρός, Ar. and V. φαεννός, παμφαής, V. φαιδρός, εὐαγής (Plat. also but rare P.), φαεσφόρος, φλογωπός, φλογώψ, φοῖβος, εὐφεγγής, καλλιφεγγής
    959 bytes (90 words) - 09:23, 21 July 2017
  • Θυμοχάρους, εγγονός του προηγουμένου 3. τίτλος διαλόγου του Πλάτωνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < φαιδρός, με αναβιβασμό του τόνου]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    504 bytes (41 words) - 12:49, 29 September 2017
  • φαεσφόρος, φλογωπός, φλογώψ, φοῖβος, εὐφεγγής, καλλιφεγγής, σελασφόρος, φαιδρός; see bright. Glossy: Ar. and P. λιπαρός. Look up shining on Perseus | Wiktionary
    435 bytes (38 words) - 10:02, 21 July 2017
  • η / φαιδρότης, -ητος, ΝΜΑ φαιδρός ευθυμία, χαρά, ιλαρότητα νεοελλ. συνεκδ. γελοίος λόγος ή γελοία πράξη αρχ. λάμψη, ακτινοβολία («φαιδρότης ὀφθαλμῶν»,
    402 bytes (30 words) - 12:59, 29 September 2017
  • and V. λαμπρός, V. φαιδρός, εὐαγής (Plat. also but rare P.), φαεσφόρος, εὐφεγγής, σελασφόρος; see bright. Of looks: P. and V. φαιδρός, V. λαμπρός, φαιδρωπός
    463 bytes (46 words) - 09:49, 21 July 2017
  • Joyful: P. and V. ἡδύς, περιχαρής, γεγηθώς (rare P.). Of looks: P. and V. φαιδρός, V. λαμπρός, φαιδρωπός, Ar. and V. εὐπρόσωπος (also Xen.). Be glad: P. and
    891 bytes (80 words) - 09:42, 21 July 2017
  • adj. P. and V. λαμπρός, Ar. and V. φαεννός, παμφαής, αἴθων, V. φαιδρός, εὐαγής (Plat. also but rare P.), φλογώψ, φλογωπός, φαεσφόρος, πύρπολος, εὐφεγγής
    543 bytes (48 words) - 09:41, 21 July 2017
  • adj. P. εὔθυμος, Ar. and P. ἱλαρός (Xen.). Of looks: P. and V. φαιδρός, V. λαμπρός, φαιδρωπός, Ar. and V. εὐπρόσωπος (also Xen.). Hopeful: P. and V. εὔελπις
    683 bytes (66 words) - 09:24, 21 July 2017
  • adj. Ar. and P. νεανικός, P. εὔθυμος; see gay. Of looks: P. φαιδρός, V. λαμπρός, φαιδρωπός, Ar. and V. εὐπρόσωπος (also Xen.). Cheering: P. and V. ἡδύς
    503 bytes (49 words) - 09:45, 21 July 2017
  • ἡδύς, περιχαρής (Plat.), γεγηθώς (Dem. but rare P.). Of looks: P. and V. φαιδρός. V. λαμπρός, φαιδρωπός, εὐπρόσωπος (also Xen. but rare P.). Cheerful: P
    751 bytes (73 words) - 09:45, 21 July 2017
  • Φαῖδρος: ὁ Федр (друг Сократа, именем которого назван один из диалогов Платона «о любви»).
    190 bytes (14 words) - 05:36, 1 January 2019
  • adj. P. and V. λαμπρός . see bright. Of looks; P. and V. φαιδρός, V. φαιδρωπός. Look up beaming on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full
    231 bytes (27 words) - 09:22, 21 July 2017
  • adj. P. and V. λαμπρός, Ar. and V. φαεννός, παμφαής, αἴθων, V. φαιδρός, εὐαγής (Plat. also but rare P.), φλογώψ, φλσγωπός, φαεσφόρος, πυρπόλος, εὐφεγγής
    542 bytes (48 words) - 09:41, 21 July 2017
  • ότι η λ. συγγενεύει προς το ἀμαυρὸς και έχει υποστεί την επίδραση του τ. φαιδρός. ΠΑΡ. αμυδρότητα αρχ. ἀμυδρῶ. ΣΥΝΘ. νεοελλ. αμυδρόφωτος]. Αναζήτηση σε:
    1 KB (78 words) - 06:52, 29 September 2017
  • and V. ἔντονος, σύντονος, ὀξύς, πρόθυμος. Cheerful (of looks): P. and V. φαιδρός, V. φαιδρωπός. Cheerful (generally): P. εὔθυμος; see cheerful. Look up
    430 bytes (36 words) - 09:21, 21 July 2017
  • adj. P. and V. λαμπρός, Ar. and V. φαεννός, παμφαής, V. φαιδρός, εὐαγής (also Plat. but rare P.), φαεσφόρος, φλογώψ, φλογωπός, φοῖβος, εὐφεγγής, ἐξαυγής
    545 bytes (49 words) - 09:27, 21 July 2017
  • ἐκπρεπής, διαπρεπής, περιφανής, V. ἔξοχος. Bright: P. and V. λαμπρός. V. φαιδρός; see bright. Look up resplendent on Perseus | Wiktionary | Wikipedia |
    440 bytes (41 words) - 09:50, 21 July 2017
  • ἡδύς, περιχαρής (Plat.), γεγηθώς (Dem. but rare P.). Of looks: P. and V. φαιδρός, V. λαμπρός, φαιδρωπός, εὐπρόσωπος (also Xen. but rare P.). Cheerful: P
    920 bytes (93 words) - 09:46, 21 July 2017
  • adj. Cheerful: P. εὔθυμος, Ar. and V. ἱλαρός (Xen.). Of looks; P. and V. φαιδρός, V. λαμπρός, φαιδρωπός, Ar. and V. εὐπρόσωπος (also Xen.). Of clothes; V
    649 bytes (63 words) - 09:41, 21 July 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)