Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "φαιδρός" on this wiki. See also the other search results found.

  • gaidrus « clair, serein ». φαιδρός    1 shining ἐρευνασάτω μεγαλάνορος Ἡσυχίας τὸ φαιδρὸν φάος fr. 109. 2. -ή, -ό / φαιδρός, -ά, -όν, ΝΜΑ μτφ. αυτός που
    11 KB (900 words) - 12:45, 8 July 2020
  • P. and V. λαμπρός, Ar. and V. φαεννός, παμφαής, V. φαιδρός, εὐαγής (Plato also but rare P.), φαεσφόρος, φλογωπός, φλογώψ, φοῖβος, εὐφεγγής, καλλιφεγγής
    1 KB (94 words) - 08:51, 20 May 2020
  • Θυμοχάρους, εγγονός του προηγουμένου 3. τίτλος διαλόγου του Πλάτωνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < φαιδρός, με αναβιβασμό του τόνου]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    504 bytes (41 words) - 12:49, 29 September 2017
  • φαεσφόρος, φλογωπός, φλογώψ, φοῖβος, εὐφεγγής, καλλιφεγγής, σελασφόρος, φαιδρός; see bright. glossy: Ar. and P. λιπαρός. ⇢ Look up "shining" on Perseus
    515 bytes (42 words) - 08:55, 20 May 2020
  • η / φαιδρότης, -ητος, ΝΜΑ φαιδρός ευθυμία, χαρά, ιλαρότητα νεοελλ. συνεκδ. γελοίος λόγος ή γελοία πράξη αρχ. λάμψη, ακτινοβολία («φαιδρότης ὀφθαλμῶν»,
    402 bytes (30 words) - 12:59, 29 September 2017
  • and V. λαμπρός, V. φαιδρός, εὐαγής (Plato also but rare P.), φαεσφόρος, εὐφεγγής, σελασφόρος; see bright. of looks: P. and V. φαιδρός, V. λαμπρός, φαιδρωπός
    561 bytes (50 words) - 08:55, 20 May 2020
  • Φαῖδρος: ὁ Федр (друг Сократа, именем которого назван один из диалогов Платона «о любви»).
    190 bytes (14 words) - 05:36, 1 January 2019
  • P. εὔθυμος, Ar. and P. ἱλαρός (Xen.). of looks: P. and V. φαιδρός, V. λαμπρός, φαιδρωπός, Ar. and V. εὐπρόσωπος (also Xen.). hopeful: P. and V. εὔελπις
    868 bytes (70 words) - 08:52, 20 May 2020
  • P. and V. λαμπρός, Ar. and V. φαεννός, παμφαής, αἴθων, V. φαιδρός, εὐαγής (Plato also but rare P.), φλογώψ, φλογωπός, φαεσφόρος, πύρπολος, εὐφεγγής, καλλιφεγγής
    663 bytes (52 words) - 08:53, 20 May 2020
  • Ar. and P. νεανικός, P. εὔθυμος; see gay. of looks: P. φαιδρός, V. λαμπρός, φαιδρωπός, Ar. and V. εὐπρόσωπος (also Xen.). cheering: P. and V. ἡδύς, V.
    615 bytes (53 words) - 08:54, 20 May 2020
  • P. and V. λαμπρός, Ar. and V. φαεννός, παμφαής, αἴθων, V. φαιδρός, εὐαγής (Plato also but rare P.), φλογώψ, φλσγωπός, φαεσφόρος, πυρπόλος, εὐφεγγής, καλλιφεγγής
    658 bytes (51 words) - 08:53, 20 May 2020
  • ότι η λ. συγγενεύει προς το ἀμαυρὸς και έχει υποστεί την επίδραση του τ. φαιδρός. ΠΑΡ. αμυδρότητα αρχ. ἀμυδρῶ. ΣΥΝΘ. νεοελλ. αμυδρόφωτος]. Αναζήτηση σε:
    1 KB (78 words) - 06:52, 29 September 2017
  • joyful: P. and V. ἡδύς, περιχαρής, γεγηθώς (rare P.). of looks: P. and V. φαιδρός, V. λαμπρός, φαιδρωπός, Ar. and V. εὐπρόσωπος (also Xen.). be glad: P. and
    1 KB (85 words) - 08:51, 20 May 2020
  • cheerful: P. εὔθυμος, Ar. and V. ἱλαρός (Xen.). of looks; P. and V. φαιδρός, V. λαμπρός, φαιδρωπός, Ar. and V. εὐπρόσωπος (also Xen.). of clothes; V. θεωρικός
    792 bytes (67 words) - 08:52, 20 May 2020
  • ἡδύς, περιχαρής (Plato), γεγηθώς (Dem. but rare P.). of looks: P. and V. φαιδρός. V. λαμπρός, φαιδρωπός, εὐπρόσωπος (also Xen. but rare P.). cheerful: P
    947 bytes (77 words) - 08:52, 20 May 2020
  • Use P. and V. φιλόφρων (Xen.), φιλάνθρωπος. of looks: P. and V. φαιδρός, Ar. and V. εὐπρόσωπος (also Xen.), V. λαμπρός, φαιδρωπός; see cheerful. making
    536 bytes (49 words) - 08:55, 20 May 2020
  • and V. ἔντονος, σύντονος, ὀξύς, πρόθυμος. cheerful (of looks): P. and V. φαιδρός, V. φαιδρωπός. cheerful (generally): P. εὔθυμος; see cheerful. ⇢ Look
    426 bytes (40 words) - 08:57, 20 May 2020
  • P. and V. λαμπρός . see bright. of looks; P. and V. φαιδρός, V. φαιδρωπός. ⇢ Look up "beaming" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    273 bytes (31 words) - 09:11, 20 May 2020
  • ἡδύς, περιχαρής (Plato), γεγηθώς (Dem. but rare P.). of looks: P. and V. φαιδρός, V. λαμπρός, φαιδρωπός, εὐπρόσωπος (also Xen. but rare P.). cheerful: P
    1 KB (98 words) - 08:51, 20 May 2020
  • P. and V. λαμπρός, Ar. and V. φαεννός, παμφαής, V. φαιδρός, εὐαγής (also Plato but rare P.), φαεσφόρος, φλογώψ, φλογωπός, φοῖβος, εὐφεγγής, ἐξαυγής (Eur
    675 bytes (53 words) - 08:53, 20 May 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)