Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "φθάνω" on this wiki. See also the other search results found.

  • 91.    b in later Gr., c. part. to express previous action or happening, φθάνω ὑμῖν πρότερον γεγραφηκώς I have already written to you, POxy.1666.3 (iii
    75 KB (7,087 words) - 14:40, 3 October 2019
  • Ν βλ. φθάνω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    53 bytes (12 words) - 13:00, 29 September 2017
  • κατανταίνω (AM καταντῶ, -άω) περιέρχομαι σε δυσάρεστη θέση ή κατάσταση, φθάνω σε άσχημο τέλος («κατάντησε να ζητιανεύει») νεοελλ. 1. συντελώ ώστε να φθάσει
    3 KB (208 words) - 12:45, 15 February 2019
  • ἔρχομαι» — παρά λίγο να... ζ) «εἰς ἡλικίαν ἔρχομαι» — φθάνω σε ορισμένη ηλικία η) «εἰς ἀσθενὲς ἔρχομαι» — φθάνω σε αδύνατο συμπέρασμα θ) «ἔρχομαι παρά τινα» —
    11 KB (800 words) - 11:25, 14 January 2019
  • αναφέρομαι κάπου ή σε κάτι 3. είμαι κατάλληλος, αρμόζω, ταιριάζω αρχ. 1. φθάνω σε ένα σημείο, σε κάποιο ύψος, ανεβαίνω 2. (για πράγματα) καταντώ, καταλήγω
    704 bytes (56 words) - 06:54, 29 September 2017
  • πραγματοποιούμαι («ἵνα τελειωθῇ ἡ γραφή...», ΚΔ) γ) με τον μαρτυρικό θάνατο φθάνω στην τελειότητα («τελειουμένῳ τῷ μάρτυρι», Ευσ.) δ) γίνομαι τέλειος χριστιανός
    4 KB (272 words) - 12:57, 29 September 2017
  • εκστρατεύω αρχ. 1. «ἀπέρχομαι εἰς ἢ παρὰ τινα» — φεύγω από έναν τόπο και φθάνω σε άλλον 3. μτφ. «ἀπέρχομαι ἔκ τινος» — σταματώ («ἐκ δακρύων ἄπελθε» — σταμάτα
    819 bytes (65 words) - 06:56, 29 September 2017
  • (AM ἀφικνοῡμαι, -έομαι) ικνούμαι 1. φθάνω 2. έρχομαι, φθάνω κάπου ή σε κάποιον· Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (22 words) - 07:00, 29 September 2017
  • Ευρ.) 2. φθάνω, πηγαίνω 3. κατηγορώ, επιτιμώ («ταῡτα μὲν σε πρῶτ' ἐπήλθον», Ευρ.) 4. (για πρόσοδο) εισπράττομαι 5. (για χρόνο) ξαναέρχομαι, φθάνω («ἀλλ'
    3 KB (213 words) - 07:11, 29 September 2017
  • υποκινώ 3. παθ. καίγομαι, παίρνω φωτιά αρχ. μέσ. εξάπτομαι, οργίζομαι, φθάνω ως την παραφορά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    348 bytes (30 words) - 06:54, 29 September 2017
  • αφικνούμαι, φθάνω, έρχομαι 2. προλαβαίνω κάποιον που προηγείται, προφταίνω κάποιον 3. φθάνω απροσδόκητα, ξαφνικά 4. φθάνω έγκαιρα αρχ. 1. φθάνω ξαφνικά κάποιον
    2 KB (112 words) - 07:22, 29 September 2017
  • αποκρούω (σε μάχη) 2. αντιμετωπίζω, αντικρούω κάποιον (σε δικαστήριο) αρχ. 1. φθάνω σ' έναν τόπο 2. παρουσιάζομαι ένοπλος, μετέχω σε συγκέντρωση οπλισμένων 3
    1 KB (81 words) - 06:56, 29 September 2017
  • (για δύο αντίπαλους μαχητές) φθάνω κοντά σε κάποιον, πλησιάζω 2. φθάνω 3. εκτείνομαι, απλώνομαι, φθάνω σε κάτι 4. επαρκώ, φθάνω 5. επεκτείνομαι 6. πλησιάζω
    1 KB (95 words) - 06:34, 29 September 2017
  • τρελαίνομαι, παραφρονώ θ) «χάνω τον δρόμο» — παίρνω εσφαλμένη κατεύθυνση, δεν φθάνω στον προορισμό μου ι) «χάνω την ευκαιρία» — αφήνω μια ευκαιρία ανεκμετάλλευτη
    8 KB (604 words) - 12:46, 29 September 2017
  • ιππεύω, καβαλικεύω άλογο, μουλάρι κ.λπ. 3. κατευθύνομαι προς τον Θεό 4. φθάνω στον νου ή στην καρδιά 5. φυτρώνω 6. (για τιμή ή αξία) αυξάνομαι 7. (για
    3 KB (177 words) - 06:20, 29 September 2017
  • (AM ἐπαρκῶ, -έω) αρκώ είμαι αρκετός, είμαι αρκετά ικανός σε κάτι, αρκώ, φθάνω («τα τρόφιμα δεν επαρκούν») αρχ. 1. αποκρούω, αποτρέπω, αποσοβώ κάτι («οὐδέ
    896 bytes (71 words) - 12:20, 15 February 2019
  • προχωρήσει» β. «τοῦ αἰῶνος προκεχωρηκότος», Ξεν.) 3. (για περιπτώσεις υπερβολής) φθάνω (α. «προχώρησες πάρα πολύ, το παράκανες» β. «ἐς πᾱν τρυφῆς προυχώρησε», Δίων
    3 KB (210 words) - 13:05, 15 February 2019
  • επιχειρώ κάτι, καταπιάνομαι 3. πιάνω, κρατώ 4. προσκολλιέμαι, αρπάζω 5. φθάνω στον σκοπό μου 6. (κ. μτφ.) επιτίθεμαι, προσβάλλω 7. αρχίζω, θέτω σε ενέργεια
    4 KB (274 words) - 20:40, 22 December 2018
  • -έομαι, Α 1. προσέρχομαι, φθάνω («δῆγμα δὲ λύπης οὐδὲν ἐφ' ἧπαρ προσικνεῑται», Αισχύλ.) 2. φθάνω μέχρι... («τόξῳ γὰρ οὔτις πημάτων προσίξεται», Αισχύλ
    752 bytes (47 words) - 12:23, 29 September 2017
  • (πρβλ. πρόσ-φυξ, ἄντυξ), ανάγεται στη μηδενισμένη βαθμίδα sik- της IE sēik- «φθάνω, πιάνω με το χέρι» (βλ. λ. ἵκω) και συνδέεται με το λιθουαν. siekiu, siekti
    3 KB (216 words) - 12:21, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)