Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "φλυαρία" on this wiki. See also the other search results found.

  • slang.gr | Κάτο φλῠᾱρία: ἡ, ανόητη κουβέντα, ανοησία, μωρολογία, σε Αριστοφ.· συχνά σε πληθ., ανοησίες, Λατ. nuqae, σε Πλάτ. φλυᾱρία: ἡ пустяки, вздор
    4 KB (356 words) - 13:30, 9 January 2019
  • υποσχέσεις που δεν τηρούνται θ) «λόγια τώ(ν) λογιώ(ν)» — κουβέντες ασήμαντες, φλυαρία χωρίς νόημα ι) «είμαι όλο λόγια» — υπόσχομαι πολλά και δεν κάνω τίποτε ια)
    6 KB (463 words) - 07:33, 29 September 2017
  • ἄφρων, σκαιός, V. κακόφρων. foolish talk, subs.: Ar. and P. λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ. Look up foolish on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ
    557 bytes (58 words) - 16:59, 21 September 2019
  • μπορεί να συγκρατηθεί, να αναχαιτιστεί, να σταματήσει «ακατάσχετη ορμή, φλυαρία, αιμορραγία» νεοελλ. 1. αυτός που δεν κατασχέθηκε αναγκαστικά (για την ικανοποίηση
    964 bytes (67 words) - 06:48, 29 September 2017
  • αδιακρισία, αυθάδεια, ξετσιπωσιά αρχ. ακράτεια της γλώσσας, ακατάσχετη φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    364 bytes (28 words) - 06:33, 29 September 2017
  • ἡλίωσε τοὔπος (Soph., Trach. 258). Idle talk, babble: Ar. and P. λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ, P. ληρήματα, τά. Boast: P. κουφολογία, ἡ (Thuc.), V. κόμπος, ὁ, Ar.
    951 bytes (103 words) - 18:50, 9 January 2019
  • δόντια και με την τριβή φθείρει ή λειαίνει σκληρά σώματα, ρίνη 2. ακατάσχετη φλυαρία («μάς πέθανε στη λίμα») 3. πολύ φλύαρος άνθρωπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. lima
    1 KB (83 words) - 12:05, 9 January 2019
  • η (AM ἀπεραντολογία) πολυλογία, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    105 bytes (14 words) - 06:57, 29 September 2017
  • subs. Ar. and P. λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ, P. ληρήματα, τά, ὕθλος, ὁ, Ar. φλύαρος, ὁ. Talk nonsense, v.: P. and V. ληρεῖν, οὐδὲν λέγειν, Ar. and P. φλυαρεῖν
    483 bytes (51 words) - 09:47, 21 July 2017
  • η (Α κενότης) κενός 1. ματαιότητα, μηδαμινότητα, κουφότητα 2. φλυαρία, κενολογία, μωρολογία νεοελλ. 1. η ιδιότητα του κενού, του άδειου 2. έλλειψη, ανυπαρξία
    465 bytes (36 words) - 07:23, 29 September 2017
  • ῥᾳθυμία, ἡ; see laziness. Nonsense: Ar. and P. ἀδολεσχία, ἡ, λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ. Frivolity: P. μικρολογία, ἡ. Delay: P. and V. διατριβή, ἡ; see delay
    875 bytes (81 words) - 10:07, 21 July 2017
  • τοὺς ἐν ταῖς παιδιαῖς νεωτερίζοντας in their games, Id.Lg.798c; π. καὶ φλυαρία, λῆροι καὶ π., σκώμματα καὶ π., γέλως καὶ π., Id.Cri.46d, Prt.347d, Plu
    9 KB (754 words) - 12:00, 26 February 2019
  • Fickleness: P. τὸ ἀστάθμητον. Vanities, trifles: P. and V. καπνός, ὁ. Ar. and P. φλυαρία, ἡ; see trifle. Look up vanity on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google
    666 bytes (65 words) - 10:08, 21 July 2017
  • Plut. Alc. 34. φλύᾱρος: ὁ, (ἴδε φλέω ΙΙΙ) μωρολογία, ἀνοησία, λῆρος, φλυαρία, τἆλλα πάντα ἐστὶ φλ. Ἀριστοφ. Νεφ. 364, πρβλ. Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 14, Πλάτ
    9 KB (722 words) - 14:40, 3 October 2019
  • pol. 4, 10; Matth. 6, 7. πολῠλογία: ἡ, ὡς καὶ νῦν, τὸ πολλὰ λέγειν, φλυαρία, Πλάτ. Νόμ. 641Ε, Ξεν. Κύρ. 1. 4, 3, Ἀριστ. Πολιτικ. 4. 10, 1. ας (ἡ) :
    3 KB (291 words) - 14:25, 3 October 2019
  • καπνός, ὁ (lit., smoke), Ar. and P. λῆρος, ὁ (Dem. 36; Ar., Lys. 860), φλυαρία, ἡ (Plat., Hipp. Maj. 304B). Split hairs over trifles: Ar. περὶ καπνοῦ στενολεσχεῖν
    1 KB (111 words) - 16:54, 7 August 2017
  • επιδεικτικούς ή πανηγυρικούς λόγους 2. το χάρισμα του λέγειν, η ευγλωττία 3. ειρων. φλυαρία, πολυλογία αρχ. έντεχνα παρασκευασμένος λόγος («ἰδεῶν τῶν ἐν ταῑς ῥητορείαις
    960 bytes (74 words) - 12:26, 29 September 2017
  • πιπίλισε το μυαλό» μτφ. μέ [σέ, τον] ζαλίζει ή ζάλισε με την παρατεταμένη φλυαρία του για το ίδιο θέμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. pipilare (κατά τα ρ. σε -ίζω / -άω)
    840 bytes (76 words) - 12:17, 29 September 2017
  • («νομική, ιατρική, μαθηματική κ.λπ. γλώσσα») 5. αυθάδεια, αθυροστομία, φλυαρία 6. (αρχιτεκτονική) κόσμημα σε σχήμα γλώσσας φιδιού που χωρίζει τα ωά του
    11 KB (685 words) - 07:02, 29 September 2017
  • (AM ἀπεραντολόγος, -ον) αυτός που μιλά ακατάπαυστα, με ακατάσχετη φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    162 bytes (19 words) - 06:22, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)