Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "φύος" on this wiki. See also the other search results found.

  • τό,    A = φύτευμα, Hsch. (φυός cod.). φύος: τό, «φύτευμα, γέννημα» Ἡσύχ. (ἔνθα φέρεται φυός), πρβλ. Λοβεκ. Τεχν. 290. τὸ, Α (κατά τον Ησύχ.) «φύτευμα»
    1 KB (74 words) - 13:00, 29 September 2017
  • κατάλληλα, ευνοϊκά («εὐφυώς κείμενα», Αριστοτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -φυής (< φυή ή φύος < φύομαι «γίνομαι μεγάλος, προκόβω, προοδεύω»), πρβλ. αυτο-φυής, ιδιο-φυής]
    3 KB (212 words) - 12:30, 15 February 2019
  • ως ουσ.) Τὰ ἰδιοφυῆ τίτλος έργου του Αρχελάου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιο- + -φυης (< φύος, το), πρβλ. ευ-φυής, μεγαλο-φυής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    864 bytes (58 words) - 07:18, 29 September 2017
  • (AM αὐτοφυῶς) εκ φύσεως, από τη φύση. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο- + -φυής < ουσ. φυή ή φύος < φύομαι]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (101 words) - 07:00, 29 September 2017
  • ἱπποφυής, -ές (Μ) αυτός που έχει φύση ίππου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱππ(ο)- + -φυής (< φυή ή φύος < φύομαι), πρβλ. ανθρωπο-φυής, ορνιθο-φυής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    501 bytes (30 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ἱλαροφυΐα, ἡ (Α) εύθυμη φύση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱλαρός + -φυΐα (< -φυής < φύος ή φυή), πρβλ. ιδιο-φυΐα, μεγαλο-φυΐα]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    457 bytes (26 words) - 06:36, 29 September 2017
  • από τέσσερεις φύσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < τετρ(α)- + -φυής (< φύομαι μέσω του ουδ. φύος), πρβλ. πεντα-φυής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    444 bytes (29 words) - 12:57, 29 September 2017
  • ὀπωροφυής, -ές (Μ) ευνοϊκός για την παραγωγή καρπών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀπώρα + -φυής (< φύος < φύομαι), πρβλ. μεγαλο-φυής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    450 bytes (25 words) - 12:10, 29 September 2017
  • ἀποφυάς, -άδος Auswuchs, Anhängsel (Hp., Arist., Thphr.); dazu das Simplex φύος· φύτευμα, γέννημα H. — 2. φῦμα (ἔκ-, παρά-, πρόσ- ~ von ἐκφῦναι usw.) n.
    8 KB (935 words) - 16:10, 2 October 2019
  • καρποφυῶ, -έω (Α) παράγω καρπό. [ΕΤΥΜΟΛ. < καρπός + -φυῶ (< -φυώς < φυή ή φύος, το < φύομαι), πρβλ. ακανθο-φυώ, δενδρο-φυώ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    522 bytes (28 words) - 06:38, 29 September 2017
  • φυτρώσει ή αναπτυχθεί λίγο, ο μισοφυτρωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημι- + -φυης (< φύος), πρβλ. δı-φυής, ευ-φυής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    477 bytes (32 words) - 07:17, 29 September 2017
  • αυτός που φυτρώνει από ρίζα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥίζα + -φυής (< φύομαι, μέσω ενός ον. φύος), πρβλ. τριχο-φυής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    544 bytes (39 words) - 12:26, 29 September 2017
  • επίρρ... ἰσοφυῶς (Α) με τρόπο φυσικό, φυσικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -φυής (< φύος < φύομαι), πρβλ. ευρυ-φυής μεγαλο-φυής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    809 bytes (51 words) - 06:37, 29 September 2017
  • καταγωγή με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < ταὐτ(ο)-/ταυτ(ο)- + -φυής (< φύομαι μέσω του ουδ. φύος), πρβλ. αὐτο-φυής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    466 bytes (33 words) - 12:47, 29 September 2017
  • τη φυσική κατασκευή του («λεπτοφυές σώμα»). [ΕΤΥΜΟΛ. < λεπτ(ο)- + -φυής (< φύος < φύω), πρβλ. αυτο-φυής, ευ-φυής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (68 words) - 11:45, 26 February 2019
  • λογίζεσθαι», Αρισταίν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑγρός + -φυής (< φύω, φύομαι, μέσω ενός ουδ. φύος), πρβλ. σκληρο-φυής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    791 bytes (51 words) - 12:58, 29 September 2017
  • κριθάρι) αυτός που φύεται σε πλάτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευρυ- + -φυής (< ουσ. φυή ή φύος < φύομαι), πρβλ. ιδιο-φυής, μεγαλο-φυής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    528 bytes (33 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἰουλοφυῶ (Μ) ιουλίζω, χνοάζω, χνουδιάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴουλος + -φυῶ (< -φυής < φύος), πρβλ. κερατο-φυώ, οδοντο-φυώ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    468 bytes (24 words) - 06:36, 29 September 2017
  • κλωνοφυῶ, -έω (Μ) (για φυτό) βγάζω κλωνάρια. [ΕΤΥΜΟΛ. < κλῶνος + -φυῶ (< -φυής < φύος < φύομαι), πρβλ. οδοντο-φυώ, πτερο-φυώ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    517 bytes (27 words) - 07:24, 29 September 2017
  • εκείνος που εκφύει, που βγάζει βλαστούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < βλαστός + -φυής < φυή ή φύος < φύομαι]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    392 bytes (23 words) - 06:24, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)