Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "χάβος" on this wiki. See also the other search results found.

  • [Seite 1324] ὁ, = κημός, Schol. Ar. Equ. 1147. χάβος: ὁ, μεταγεν. λέξις ἀντὶ τοῦ κημός, «κημός, ὁ χάβος, ὁ περιτιθέμενος τοῖς ἵπποις» Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ
    2 KB (137 words) - 18:00, 1 February 2021
  • διαφωτιστική για την ετυμολόγηση του τ., το επίθ. χαβός συνδέεται με τον άλλον τ. που παραδίδει ο Ησύχ. χάβος κημός «φίμωτρο, καλάθι, παγίδα» και με το λατ
    2 KB (156 words) - 15:25, 31 December 2020
  • στομίδα, το μεταλλικό εξάρτημα του χαλινού που εισάγεται στο στόμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < χάβος «χαλινάρι, φίμωτρο» + κατάλ. –ιά (πρβλ. τσεκουρ-ιά)]. * Αναζήτηση σε: Google
    692 bytes (53 words) - 12:46, 29 September 2017
  • - The connection with χάβος is of course blameless; it points to μ \/ β in Pre-Greek (Fur. 203-227); Fur. 220 who cites χαβός - χαμός (s.v.) both adjectives;
    12 KB (1,393 words) - 13:46, 15 April 2021
  • Ν χάβος βάζω χαλινάρι. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    74 bytes (13 words) - 13:00, 29 September 2017
  • auch χαβός, χαμός. χαῖος: ὁ, ἢ χαῖον, τό «καμπύλη βακτηρία, ᾗ οἱ ποιμένες χρῶνται» (Σχόλ.), Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 972, Καλλ. Ἀποσπ. 125· πρβλ. χαβός. ὁ,
    3 KB (297 words) - 08:24, 10 July 2021
  • Click links below for lookup in third sources: κάμπυλον, Hsch.; cf. χαβός. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works Α (κατά τον Ησύχ.) «καμπύλον»
    620 bytes (49 words) - 13:05, 8 July 2020