Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "χαιρεκακία" on this wiki. See also the other search results found.

  • Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο χαιρεκακία: ἡ недоброжелательство, злорадство (Arst. - v. l. к ἐπιχαιρεκακία).
    1 KB (68 words) - 06:04, 31 December 2018
  • «ἡδοναὶ τραγημάτων γλυκίσματα 4. (η δοτ. ως επίρρ.) ἡδονᾷ με ευχαρίστηση 5. χαιρεκακία, χαιρέκακη ευχαρίστηση («ἐπί τοῑς τῶν φίλων κακοῑς ἡδοναῑς», Πλάτ.) 6
    3 KB (193 words) - 07:16, 29 September 2017
  • («γεραροῑς ἐπίχαρτον», Αισχύλ.) 2. αυτό για το οποίο αισθάνεται κανείς χαιρεκακία 3. χαιρέκακος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + χαρτος < θ. χαρ- (πρβλ. ε-χάρ-ην)]. Αναζήτηση
    614 bytes (37 words) - 06:32, 29 September 2017
  • -άω, Α περιγελώ κάποιον με χαιρεκακία. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ἐπιγελῶ «περιγελώ, εμπαίζω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    633 bytes (40 words) - 12:51, 29 September 2017
  • ὕβρισμα κἀπίχαρμα καὶ διαφθορὰν Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 459, Θεόκρ. 2. 20. ΙΙ. χαιρεκακία, Εὐρ. Φοίν. 1555. ατος (τό) : 1 malheur dont les autres se réjouissent
    3 KB (191 words) - 17:50, 10 January 2019
  • Ὠριγέν. VII. 152Α. η (AM κακεντρέχεια) κακεντρεχής κακία και δολιότητα, χαιρεκακία, μοχθηρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (67 words) - 22:36, 31 December 2018
  • («γεραροῑς ἐπίχαρτον», Αισχύλ.) 2. αυτό για το οποίο αισθάνεται κανείς χαιρεκακία 3. χαιρέκακος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + χαρτος < θ. χαρ- (πρβλ. ε-χάρ-ην)]. Αναζήτηση
    5 KB (405 words) - 19:40, 9 January 2019
  • κατορχοῡμαι, -έομαι (Α) 1. χορεύω θριαμβευτικά εμπαίζοντας κάποιον, χορεύω από χαιρεκακία για χλευασμό κάποιου («ἀναβαίνοντες γὰρ ἐπὶ τοὺς προμαχεῶνας τοῦ τείχεος
    1 KB (71 words) - 12:45, 15 February 2019
  • «ἡδοναὶ τραγημάτων γλυκίσματα 4. (η δοτ. ως επίρρ.) ἡδονᾷ με ευχαρίστηση 5. χαιρεκακία, χαιρέκακη ευχαρίστηση («ἐπί τοῑς τῶν φίλων κακοῑς ἡδοναῑς», Πλάτ.) 6
    24 KB (2,246 words) - 13:40, 3 October 2019
  • επιχαιρεκακίας, εκείνος που προκαλεί σε κάποιον την επιχαιρεκακία αρχ. η χαιρεκακία. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + χάρ-μα < θ. χαρ- (πρβλ. έ-χάρ-ην)]. Αναζήτηση σε: Google
    566 bytes (36 words) - 07:12, 29 September 2017
  • χορεύω θριαμβευτικά πάνω σε, χορεύω περιφρονητικά και χλευαστικά, χορεύω με χαιρεκακία, Λατ. insultare, σε Ηρόδ. κατορχέομαι: 1) насмешливо выплясывать: κατωρχέοντο
    4 KB (310 words) - 02:50, 10 January 2019
  • злорадство = ἐπιχαιρεκακία, χαιρεκακία, ἐπίχαρμα Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict
    100 bytes (39 words) - 11:25, 14 October 2019
  • недоброжелательство = φθονερία, φθόνος, χαιρεκακία, ἀνεπιείκεια, ἀγνωμοσύνη, ἄγη, ἄγα Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    166 bytes (43 words) - 16:50, 14 October 2019