Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "χαλκουργός" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο χαλκουργός: -όν, ὁ (*ἔργω), χαλκουργός, σιδηρουργός, σε Λουκ. χαλκουργός: ὁ медных дел мастер, медник Luc. χαλκ-ουργός
    3 KB (153 words) - 02:40, 10 January 2019
  • ο / χαλκωματᾱς, ΝΑ, και χαρκωματάς Ν, και χαρκωματᾱς Α χαλκουργός. [ΕΤΥΜΟΛ. < χάλκωμα, χαλκώματος + κατάλ. -ᾶς (πρβλ. πλακουντ-ᾶς, σαγματ-ᾶς)]. Αναζήτηση
    447 bytes (29 words) - 12:49, 29 September 2017
  • ο, Ν χαλκουργός, χαλκεύς. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκεύς (πρβλ. φονιάς: φονεύς)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    246 bytes (18 words) - 12:54, 29 September 2017
  • τελεσιουργός, τερατουργός, τεχνουργός, υαλουργός, υπουργός, υφαντουργός, χαλκουργός, χειρουργός, χρωματουργός αρχ. αγαθουργός, αγαλματουργός, αγγειουργός
    21 KB (1,123 words) - 12:24, 15 February 2019
  • το / χαλκουργεῑον, ΝΑ χαλκουργός νεοελλ. εργαστήριο χαλκού ργού αρχ. μεταλλείο χαλκού («ἐν τῇ Θηβαΐδι χαλκουργείων εὑρεθέντων καὶ χρυσείων», Διόδ.). Αναζήτηση
    343 bytes (28 words) - 13:01, 29 September 2017
  • Πλούτ. 2. 395C· - ὡς οὐσιαστ., ὁ κατεργαζόμενος τὸν χαλκόν, χαλκεύς, χαλκουργός, χ. καὶ σιδηρεῖς Ξεν. Ἀγησ. 1, 26, Πόροι 4, 6˙ ἀκολούθως δὲ καθόλου, ὡς
    5 KB (392 words) - 14:00, 31 January 2019
  • ξοΐτης, ὁ (Α) τεχνίτης που χρησιμοποιεί την ξοΐδα, χαλκουργός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετεροιωμένη βαθμίδα ξο- του ξέω + κατάλ. -ίτης (πρβλ. ξυλ-ίτης)]. Αναζήτηση
    428 bytes (29 words) - 11:58, 29 September 2017
  • 221Α, Πολ. 428D, χαλκεῖς Πλούτ. 2. 214Α· ― ὁ τὸν χαλκὸν ἐργαζόμενος, χαλκουργός, ἀντίθετον τῷ τέκτων, (ξυλουργὸς) (Πλάτ. Πολ. 370D), ἣν [ἀσπίδα] χαλκεὺς
    8 KB (710 words) - 14:40, 3 October 2019
  • of bronze plates, PRyl.397.3 (iii A. D.). και χαλκοματουργός, ὁ, ΜΑ χαλκουργός. [ΕΤΥΜΟΛ. < χάλκωμα, -ώματος + -ουργός (< ἔργον), πρβλ. ξυλ-ουργός].
    881 bytes (34 words) - 13:01, 29 September 2017
  • -εύματος, τὸ, Μ χαλκούργημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκουργός, μέσω ενός αμάρτυρου ρ. χαλκουργεύω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    272 bytes (20 words) - 12:54, 29 September 2017
  • κατασκευάζων διάφορα πράγματα ἐκ χαλκοῦ, χαλκεύς, χαλκουργός, πρβλ. χαλκοτύπος, Ἑβδ. (Σοφ. Σολ. ΙΕ΄, 9). ο, ΝΑ χαλκουργός νεοελλ. γλύπτης που δουλεύει σε χαλκό.
    1 KB (66 words) - 12:41, 29 September 2017
  • χαλκὸν ἢ τὸν ὀρείχαλκον, τὸ ἔργον τοῦ χαλκουργοῦ, Πολυδ. Ζ΄, 104. η, ΝΜΑ χαλκουργός η τέχνη και το επάγγελμα του χαλκουργού. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    913 bytes (50 words) - 13:01, 29 September 2017
  • -έω, ΜΑ χαλκουργός 1. σφυρηλατώ τον χαλκό, κατασκευάζω διάφορα αντικείμενα από χαλκό 2. παθ. χαλκουργοῡμαι, -έομαι (για έργα τέχνης) κατασκευάζομαι, εκτελούμαι
    449 bytes (35 words) - 12:55, 29 September 2017
  •    A copper-welder, coppersmith, POxy.85 ii 4 (pl., iv A. D.). ὁ, Α χαλκουργός. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκ(ο)- + κολλητής (< κολλῶ)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    782 bytes (31 words) - 12:49, 29 September 2017
  • l’airain, le métier de chaudronnier, de forgeron ou de fondeur. Étymologie: χαλκουργός. χαλκουργική: ἡ (sc. τέχνη) искусство обработки меди, ремесло медника
    396 bytes (33 words) - 05:56, 1 January 2019
  • οῦ, ὁ,    A coppersmith, PMasp.143r14 (vi A. D.). ὁ, Μ χαλκός χαλκουργός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    504 bytes (22 words) - 12:48, 29 September 2017
  • медник = χαλκοτύπος, χαλκουργός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    70 bytes (38 words) - 16:05, 14 October 2019
  • χαλκέντερος, χαλκόδετος, χαλκοειδής, χαλκοθήκη, χαλκοπλάστης, χαλκοπώλης, χαλκουργός, χαλκοφανής, χαλκοφόρος, χαλκόχρους αρχ. χαλκάνθεμον, χαλκάρματος, χάλκασπις
    5 KB (251 words) - 12:53, 29 September 2017
  • χαλκέντερος, χαλκόδετος, χαλκοειδής, χαλκοθήκη, χαλκοπλάστης, χαλκοπώλης, χαλκουργός, χαλκοφανής, χαλκοφόρος, χαλκόχρους αρχ. χαλκάνθεμον, χαλκάρματος, χάλκασπις
    5 KB (251 words) - 12:52, 29 September 2017
  • медных дел мастер = χαλκουργός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet |
    44 bytes (39 words) - 02:12, 14 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)