Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "χανδόν" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο χανδόν: επίρρ., με το στόμα ορθάνοιχτο, απλήστως, σε Ομήρ. Οδ., Λουκ. χανδόν: adv. χαίνω широко разевая рот, т. е
    4 KB (281 words) - 15:20, 31 December 2020
  • * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works χάδην: Δωρ. χάδαν, = χανδόν, ἴδε χάδαν.
    500 bytes (31 words) - 18:15, 11 January 2022
  • sources: A = χανδόν, A.D.Adv.152.13. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works Α επίρρ. χανδόν. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. του επιρρ. χανδόν με επιρρμ. κατάλ
    586 bytes (42 words) - 15:20, 31 December 2020
  • χάδαν: χανδόν, Ἐπίρρ., Ἐπιγρ. ἔμμετρ. Βοιωτικοῦ ἀγγείου, Kaibel epigram. gr. ex lapid. conl. 1130. Ὁ σχηματισμὸς ὡς ἐν τοῖς διαφάνην (= διαφανδόν), ἀναφάδην
    469 bytes (42 words) - 12:48, 29 September 2017
  • χανδόθεν: ἐπίρρ. = χανδόν ἀμφ. παρ’ Ἱππ. 272. 33. Ἴδε Föes Oecon. Α επίρρ. χανδόν. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. του επιρρ. χανδόν με επιρρμ. κατάλ. -θεν / -θε]
    367 bytes (34 words) - 12:45, 29 September 2017
  • στόμα, εὐρύχωρος, ἐκ χανδῆς ζωροποτῶν κύλικος, ἐξ ἧς δύναταί τις νὰ πίνῃ χανδόν, Πολέμων παρ’ Ἀθην. 436D· πρβλ. Ἰακώψ. εἰς Ἀνθ. Παλατ. σ. 959. -ή, -όν
    1 KB (88 words) - 15:24, 31 December 2020
  • Adv. χανδόν mit aufgesperrtem Munde, gierig (φ 294, hell. u. sp. Epik, sp. Prosa; Haas Μνήμης χάριν 1, 134, 142, 144), χανδοπόται m. pl. (AP: χανδὸν πιεῖν·
    26 KB (2,400 words) - 18:20, 11 January 2022
  • offenem Munde, Moeris. κεχηνότως: Ἐπίρρ. (κέχηνα) πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ χανδόν, «χανδὸν πιεῖν Ἀττικοί, κεχηνότως καὶ ἀθρόως Ἕλληνες» Μοῖρις 404. κεχηνότως
    1 KB (73 words) - 12:25, 30 December 2020
  • χανδόν, ἢ ἀθρόως ἢ ἀκορέστως πίνων, μέθυσος, χανδοπόται, βασιλῆος ἀεθλητῆρος Ἰάκχου Ἀνθ. Παλατ. 11. 59. ὁ, Α μέθυσος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επίρρ. χανδόν + πότης
    962 bytes (61 words) - 15:20, 31 December 2020
  • ἄνθρωπος ζῷον λογισμοῦ χ. Ael.NA2.11, cf. S.E.P.3.121. Adv. -κῶς Suid. s.v. χανδόν. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 1387] fassend
    2 KB (150 words) - 18:00, 1 February 2021
  • sources: Adv. A by conjecture, Theognost. Can.162 (but prob. ὡς τὸ [στο]χανδόν). * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works στοχανδόν: Ἐπίρρ.,
    1 KB (65 words) - 09:52, 31 December 2020
  • ἄπληστος, ἀδηφάγος, ἀλλ’ ἡ σημ. αὕτη εὕρηται μόνον ἐν τῷ ἐπιρρ., ἀπλήστως, χανδόν, λάβρως, «’σὰν πεινασμένος», ἦ τοι ὁ πῖνε καὶ ἦσθε… ἁρπαλέως Ὀδ. Ζ. 250
    8 KB (657 words) - 15:55, 23 August 2021
  • öffnen u. gierig zuschnappen, u. Essen u. Trinken hastig herunterschlucken, χανδὸν ἐσθίω, Eust.; von Vögeln, ἐμπίδας Ar. Av. 245; Arist. H. A. 8, 3 u. bei
    8 KB (800 words) - 10:35, 10 January 2021
  • широко разевая рот = χανδόν * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet |
    36 bytes (39 words) - 22:45, 14 October 2019
  • жадно = προσχαίνω, λάβρως, ἐμπίνω, ἁρπαλέως, ἐνδυκέως, ἀπλήστως, γλίσχρως, χανδόν * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    188 bytes (44 words) - 07:25, 15 October 2019
  • ἡ, A long draught, ἄμυστιν προπιεῖν, πίνειν Anacr.63; ἑλκύσαι E.Cyc.417; χανδὸν ἄμυστιν οἰνοποτεῖν Call.Aet.1.1.11: metaph., ἄμυστιν ὥσπερ κύλικα πίνει
    6 KB (518 words) - 10:50, 20 July 2021
  • ἡδὺ δ’ ἄρ’ ἐκγελάσας μετεφώνεεν οἷς ἑτάροισι, «τὸ ἐκγελάσας ἴσως μὲν τὸ χανδὸν γελάσαι δηλοῖ, ἴσως δὲ καὶ τὸ ἐξ ἐπιπολῆς» κτλ. (Εὐστ.), Ὀδ. Π. 354., Σ
    5 KB (535 words) - 09:05, 23 May 2021
  • κατεμφορέομαι: μέσ., εἶμαι πεπληρωμένος, καιροῦ καὶ τύχης ἀμέτρως τε καὶ χανδὸν ἀρυόμενος καὶ κατεμφορούμενος Εὐνάπ. παρὰ Σουΐδ.
    896 bytes (49 words) - 11:20, 30 December 2020
  • ὀσμήν Antig.Mir. 89; of roots, draw up nourishment, Thphr.HP1.6.10: metaph., χανδὸν καὶ ἀμυστὶ τῶν μαθηυάτων ἕ. Eun.VSp.474D. 5 draw from a receptacle, ἐξ ἑκάστου
    79 KB (7,959 words) - 13:00, 14 September 2021