Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "χηλεύω" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο χηλεύω: (χηλή III), πλέκω, διπλώνω, σε Εύπολ. χηλεύω: плести: κράνεα χηλευτά Her. плетеные шлемы. χηλεύω, χηλή III] to net, plait
    2 KB (110 words) - 02:35, 10 January 2019
  • πλεκτά, Ἡρόδ. 7, 89, πρβλ. Πολυδ. Ζ΄, 83. ή, όν : adj. verb. de χηλεύω. -ή, -όν, Α χηλεύω πλεγμένος, πλεκτός («κράνεα χηλευτά», Ηρόδ.). Αναζήτηση σε: Google
    1 KB (91 words) - 02:45, 10 January 2019
  • πρὸς πλοκὴν δικτύων, ἡ κοινῶς λεγομένη «σαγίττα» τῶν δικτυοπλόκων, πρβλ. χηλεύω, χήλευμα. 3) τὸ γεγλυμμένον ὀπίσθιον ἄκρον τοῦ βέλους, ἄλλως γλυφίς, Λατ
    16 KB (1,533 words) - 13:50, 2 October 2019
  • οἷον ὀπήτια, οἷς πλέκουσιν ἢ ῥάπτουσιν» Ἡσύχ.· πρβλ. χηλὴ ΙΙΙ. 2. τὸ, Α χηλεύω 1. σχοινί, νήμα 2. εργαλείο για το πλέξιμο διχτιών 3. (κατά τον Ησύχ.) «χηλεύματα
    2 KB (112 words) - 06:08, 1 January 2019
  • [Seite 1352] ὁ, der Stricker, Flechter, VLL. ὁ, Α χηλεύω 1. αυτός που πλέκει, πλέκτης 2. (κατά τον Ησύχ.) «χηλευτής ὁ ῥάπτης». Αναζήτηση σε: Google
    342 bytes (31 words) - 12:50, 29 September 2017
  • δικτύου, «χηλεύσεις· πλέξεις» Ἡσύχ. -ηλεύσεως, ἡ, Α χηλεύω 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χηλεύω, πλέξη, πλέξιμο, ιδίως διχτιών 2. (κατά τον Ησύχ.)
    605 bytes (47 words) - 13:01, 29 September 2017
  • плести = ἀναπλέκω, διαπλέκω, πλέκω, εἴρω, χηλεύω, ἀνείρω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota
    131 bytes (42 words) - 08:31, 14 October 2019