Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "χιτώνιον" on this wiki. See also the other search results found.

  • Étymologie: χιτών. χῐτώνιον: τό, υποκορ. του χιτών, κυρίως γυναικείο ένδυμα ή πουκάμισο, σε Αριστοφ.· επίσης, λέγεται για άνδρες, σε Λουκ. χῐτώνιον: τό Arph.
    2 KB (182 words) - 12:55, 9 January 2019
  • το / χιτώνιον, ΝΜΑ χιτών (στην αρχαιότητα) (ως υποκορ. τ. του χιτών) κοντός χιτώνας νεοελλ. 1. στρ. το στρατιωτικό αμπέχονο 2. (μυκητ.) γένος βασιδιομυκήτων
    904 bytes (64 words) - 13:01, 29 September 2017
  • κιθώνιον, τὸ (Α) ιων. τ. χιτώνιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < χιτώνιον με μετάθεση της δασύτητας]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    267 bytes (21 words) - 07:24, 29 September 2017
  • subs. See dress. Tunic: P. and V. χιτών, ὁ. Frock for women: Ar. χιτώνιον, τό. Look up frock on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    239 bytes (32 words) - 09:41, 21 July 2017
  • ονομασία διαφόρων αιλουροειδών, αγριόγατα, νυφίτσα κ.λπ. 2. φρ. α) «γαλῇ χιτώνιον κροκωτόν» — για πράγματα αταίριαστα β) «γαλῆν ἔχεις» — για γρουσουζιά II
    2 KB (146 words) - 07:01, 29 September 2017
  • διηρημένοι κατʼ ἀναπαύλας (Thuc. 2, 75); see relief. Undergarment: use Ar. χιτώνιον, τό, Ar. and P. χιτωνίσκος, ὁ. v. trans. Move: P. and V. κινεῖν. Transfer:
    2 KB (217 words) - 10:01, 21 July 2017
  • round oneself, put on, πέπλους E.Med.1159; wear, τὸ τῆς γυναικὸς ἀμπέχει χιτώνιον Ar.Ec.374; λευκὸν ἀμπέχει;; do you wear a white cloak? Id.Ach.1023; χλαίνας
    15 KB (1,234 words) - 13:00, 9 January 2019
  • 1, Dsc.2.25.    4 prov., γαλῆν ἔχεις, of bad luck, Diogenian.3.84; γαλῇ χιτώνιον κροκωτόν, of 'pearls before swine', Stratt.71, Zen.2.93; γαλῇ στέαρ, =
    12 KB (1,267 words) - 13:28, 2 October 2019
  • κιτώνιον, τὸ (Α) μικρός χιτώνας. [ΕΤΥΜΟΛ. < χιτώνιον με απώλεια της δασύτητας]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    261 bytes (20 words) - 07:24, 29 September 2017
  • -ον (Α) αυτός που εφαρμόζεται πάνω στη σάρκα, ο κατάσαρκος («ἐχέσαρκον χιτώνιον», Αθήν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < εχε- (< έχω I) + σαρξ, -κός]. Αναζήτηση σε: Google
    466 bytes (29 words) - 07:15, 29 September 2017
  • οὐ μόνον οἱ ἄνδρες ἀλλὰ καὶ αἱ γυναῖκες, Ἡρόδ. 1. 8., 5. 87, 88 (πρβλ. χιτώνιον)· εἰσήχθη δὲ οὗτος ὁ χιτὼν εἰς τὴν Ἀττικὴν ἐκ παλαιοῦ χρόνου, ἀλλ’ ἀπέβαλον
    25 KB (2,521 words) - 14:40, 3 October 2019
  • erwahnt, der ἱερεῖα ἀγοράσοντες, um Opferthiere zu kaufen, gesagt hatte; χιτώνιον Ar. Plut. 984, u. in der mittleren und neueren Kom. geläufig; τὰ ἐπιτήδεια
    18 KB (2,085 words) - 13:00, 3 October 2019
  • [Seite 1124] χιτώνιον, das Fleisch haltend, fest am Fleisch, am Leibe anliegend, Ath. XIII, 590 f.
    184 bytes (16 words) - 19:41, 2 August 2017
  • ονομασία διαφόρων αιλουροειδών, αγριόγατα, νυφίτσα κ.λπ. 2. φρ. α) «γαλῇ χιτώνιον κροκωτόν» — για πράγματα αταίριαστα β) «γαλῆν ἔχεις» — για γρουσουζιά II
    3 KB (189 words) - 17:40, 9 January 2019
  • σαρκός, ἐχέσαρκον χιτώνιον ἠμπείχετο Ἀθήν. 590F. ἐχέσαρκος, -ον (Α) αυτός που εφαρμόζεται πάνω στη σάρκα, ο κατάσαρκος («ἐχέσαρκον χιτώνιον», Αθήν.). [ΕΤΥΜΟΛ
    1 KB (54 words) - 06:39, 29 September 2017
  • ές,    A with similar folds, χιτώνιον IG22.1518.82,84. ἰσοπτυχής: -ές, ἔχων ἴσας πτυχάς, ἰσοπτυχές χιτώνιον Ἐπίγρ. Ἀθηνῶν, Rang. Ant. hell. 865· - ἰσοπτυχὴς
    1 KB (53 words) - 07:19, 29 September 2017
  • услышит; σ. δ᾽ ἀφίκετο Eur. он пришел кстати; 2) складный, хорошо сшитый (χιτώνιον Plut.); 3) одинакового возраста, ровесник (τινι Soph.); 4) весьма сходный
    22 KB (1,868 words) - 11:05, 10 January 2019
  • παραρρήγνῡμι: (fut. παραρρήξω, aor. 2 pass. παρερράγην) 1) разрывать, раздирать (χιτώνιον παραρραγέν Arst.): τοῦ πέπλου παρερρωγός τι Plut. разорванное место на
    8 KB (619 words) - 05:10, 10 January 2019
  • St.Byz. s.v. Ἀμοργός, EM129.15, cf. 86.16, Sch.Ar.Lys.150. [Seite 127] χιτώνιον Ar. Lys. 150; χιτών Antiphan Poll. 7, 57; τὰ ἀμ., kostbare Kleider, entweder
    4 KB (317 words) - 15:45, 9 January 2019
  • Α (κατά τον Ησύχ.) «πρόρινον». [ΕΤΥΜΟΛ. < προ- + κιθώνιον, ιων. τ. του χιτώνιον «λεπτό ένδυμα πολυτελείας»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1,000 bytes (43 words) - 12:21, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)