Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "χοίρινος" on this wiki. See also the other search results found.

  • couenne de porc. Étymologie: χοῖρος. -η, -ο / χοίρινος, -ίνη, -ον, ΝΑ ο κατασκευασμένος από δέρμα χοίρου, χοιρινός (α. «χοίρινα τσαρούχια» β. «ἡ ἀσπὶς οἰσυΐνη
    2 KB (142 words) - 09:05, 27 March 2021
  • αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον χοίρο ή αυτός που προέρχεται από χοίρο, χοίρινος, χοίρειος («χοιρινά λουκάνικα») 2. το ουδ. ως ουσ. το χοιρινό το κρέας
    868 bytes (68 words) - 12:30, 14 January 2019
  • χοιρίδιο(ν), χοίρινος αρχ. χοιράφιος, χοιρίδιος, χοιρίζω, χοιρίνη, χοιρίον, χοιρίσκος αρχ.-μσν. χοιρικός, χοιρώδης μσν. χοιρεών, χοιριώ νεοελλ. χοιρινός. ΣΥΝΘ
    5 KB (349 words) - 12:50, 29 September 2017
  • το, Ν βλ. χοιρινός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    65 bytes (13 words) - 13:01, 29 September 2017
  • dazu gehörig, θρέμματα ὑηνά Plat. Legg. VII, 819 d. ὑηνός: -ή, -όν, (ὗς) χοίρινος, οὐκ ἀνθρώπινον, ἀλλὰ ὑηνῶν τινων εἶναι μᾶλλον θρεμμάτων Πλάτ. Νόμ. 819Ε·
    1 KB (93 words) - 13:55, 1 January 2021
  • unfläthig, Plut. de vit. pud. 18. ὑώδης: -ες, ὡς τὸ ὑοειδής, χοιρώδης ἢ χοίρινος, πάθος Πλούτ. 2. 535F, Κλήμ. Ἀλεξ. 348. ης, ες : de porc. Étymologie:
    1 KB (86 words) - 14:40, 1 January 2021
  • χοιρίδιο(ν), χοίρινος αρχ. χοιράφιος, χοιρίδιος, χοιρίζω, χοιρίνη, χοιρίον, χοιρίσκος αρχ.-μσν. χοιρικός, χοιρώδης μσν. χοιρεών, χοιριώ νεοελλ. χοιρινός. ΣΥΝΘ
    14 KB (1,446 words) - 18:00, 1 February 2021
  • | Authors & Works ὑϊκός: -ή, -όν, (ὗς) ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς χοίρους, χοίρινος, δέρμα ὑ. Ἀξιόνικ. ἐν Ἀδήλ. 2· ὑϊκόν τι πάσχειν, πάσχειν τι ἀνῆκον εἰς
    3 KB (250 words) - 14:50, 5 April 2021
  • An. 4, 4, 13; Luc. hist. conscr. 20. σύειος: -α, -ον, (σῦς) χοίρειος, χοίρινος, Λατ. suilles, χρῖσμα σ. λίπος χοίρειον, Ξεν. Ἀν. 4. 4, 14 (ἔνθα ὁ Murat
    2 KB (173 words) - 12:09, 31 December 2020
  • Authors & Works μελιχοίρινα, τὰ (Α) είδος πίτας με μέλι. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέλι + χοίρινος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    756 bytes (45 words) - 15:00, 30 December 2020
  • ον : de porc. Étymologie: ὗς. ὕειος: -α, -ον (ὗς), χοιρινός ή γουρουνίσιος, ὑεία κοιλία, χοιρινός πατσάς, κοιλιά, σε Αριστοφ.· θηρίον ὕειον, λέγεται για
    4 KB (331 words) - 16:43, 1 January 2021
  • Κρεοφάγου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κρεατο- (βλ. κρεο-) + κατάλ. -ινός (πρβλ. σημερινός, χοιρινός)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    768 bytes (52 words) - 18:40, 23 August 2021
  • σμαράγδινος, σχοίνινος, τρίχινος, υδάτινος, φλόγινος, χάλκινος, χιόνινος, χοίρινος, χόνδρινος, χωμάτινος αρχ. αμπέλινος, αμυγδάλινος, ασφοδέλινος, βαλάνινος
    4 KB (205 words) - 11:20, 19 December 2018
  • -έη, -ον, Α χοῑρος (λόγιος τ.) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον χοίρο, χοιρινός (α. «χοίρειο κρέας» β. χοίρειος κόπρος», Αριστοτ.) αρχ. το ουδ. ως ουσ
    3 KB (280 words) - 18:47, 11 July 2021
  • Ἀποσπ. 775, 33. -όν, ΜΑ χοῑρος αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον χοίρο, χοιρινός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    756 bytes (63 words) - 13:44, 8 July 2020
  • 16, ὄψον Alex.129.2, ζωμός Dieuch.14.6. δελφάκειος, -ον (Α) δέλφαξ ο χοιρινός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    1 KB (106 words) - 09:45, 20 July 2021
  • περσινός, πισινός, πλαϊνός, ραδινός, τωρινός, φθινοπωρινός, χινοπωρινός, χοιρινός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    4 KB (248 words) - 11:20, 19 December 2018