Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "χωλόπους" on this wiki. See also the other search results found.

  • χωλόπους: ὁ, ἡ, ὁ χωλὸς τοὺς πόδας, χωλόποδας τεύχει καὶ ἀσθενέας Μανέθων 4. 118. -ουν, ΝΜΑ και χωλοίπους Α νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο χωλόπους ζωολ
    2 KB (88 words) - 11:18, 14 January 2019
  • [Seite 1386] πουν, gen. ποδος, lahmfüßig, p. = χωλόπους. -ουν, Α βλ. χωλόπους. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    222 bytes (21 words) - 06:29, 29 September 2017
  • χαλκόπους, χαμαίπους, χειρόπους, χιλιόπους, χλιδωνόπους, χρυσόπους, χυτρόπους, χωλόπους, ψαυκρόπους, ψηττόπους, ωκύπους νεοελλ. βραχύπους, κοιλόπους, μακρόπους
    19 KB (1,325 words) - 12:59, 15 February 2019
  • χωλοπόδης: -ου, ὁ, = χωλόπους, Μοσχόπ. εἰς Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 70. και χωλοιπόδης, ὁ, Μ χωλόπους. [ΕΤΥΜΟΛ. < χωλός + -πόδης (< πούς, ποδός), πρβλ. γυμνο-πόδης]
    510 bytes (33 words) - 06:16, 29 September 2017
  • lahm, gelähmt, bes. am Fuß, hinkend (seit Il.). Composita : Kompp., z.B. χωλόπους fußgelähmt (Man.), χωλόχειρος ‘hand- gelähmt’ (Hippon.). Derivative: Davon
    9 KB (902 words) - 14:40, 3 October 2019
  • Agatharch.7. κυλλόπους: ὁ, ἡ, πουν, τό, ἔχων κυλλούς, στρεβλοὺς πόδας, χωλόπους, Ἀριστόδ. παρ’ Ἀθην. 338Α, Ἀγαθαρχ. ἐν Φωτ. Βιβλιοθ. 444. 10. κυλλόπους
    1 KB (62 words) - 07:26, 29 September 2017
  • ήρωές του, που παρουσιάζει στη σκηνή πρόσωπα τα οποία κουτσαίνουν μσν. ο χωλόπους. [ΕΤΥΜΟΛ. < χωλός + -ποιός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (154 words) - 15:25, 9 January 2019
  • χαλκόπους, χαμαίπους, χειρόπους, χιλιόπους, χλιδωνόπους, χρυσόπους, χυτρόπους, χωλόπους, ψαυκρόπους, ψηττόπους, ωκύπους νεοελλ. βραχύπους, κοιλόπους, μακρόπους
    90 KB (8,918 words) - 14:25, 3 October 2019