Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "χωράφιον" on this wiki. See also the other search results found.

  • Hec.1204. [Seite 1387] τό, dim. von χώρα, Ackerland, Landgut, Hesych. χωράφιον: [ᾰ], τό, ὑποκορ. τοῦ χώρα, ὡς τὸ χωρίον, μικρὸς ἀγρός, μικρὸν κτῆμα, ὕποπτον
    1 KB (80 words) - 06:17, 29 September 2017
  • το / χωράφιον, ΝΜΑ καλλιεργήσιμη γη μικρής έκτασης νεοελλ. 1. αγρός σπαρμένος με σιτάρι, σιταγρός 2. μτφ. (διαλ.) γυναίκα που κάνει πολλά παιδιά 3. στον
    1 KB (79 words) - 06:17, 29 September 2017
  • λήιον: Δωρ. λαῖον ἢ λᾷον, τό, χωράφιον πρὸ τοῦ θερισμοῦ, σπαρτὰ ἐν ἀκμῇ θερισμοῦ, ὡς δ’ ὅτε κινήσῃ Ζέφυρος βαθὺ λήιον Ἰλ. Β. 147, κάλλ.· οὕτω, Ἡσ. Ἀσπ
    2 KB (189 words) - 12:35, 15 February 2019
  • τὴν ἁφήν, εὐνή, κῶας, τάπης, χιτών, πέπλος Ὅμ.· μ. νειός, νεωστὶ ἀροθὲν χωράφιον, «νειάμα», Ἰλ. Σ. 541· μ. λειμών, μαλακός, ποώδης λειμών, Ὀδ. Ε. 72, πρβλ
    39 KB (2,767 words) - 14:00, 3 October 2019
  • sagen; οἱ ἐν τοῖς ἀγροῖς u. οἱ ἐκ τῶν ἀγρῶν, die Landleute. ἀγρός: -οῦ, ὁ, χωράφιον, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ πληθ., ἀγροί, χωράφια, Ἰλ. Ψ. 832, Ὀδ. Δ. 757
    14 KB (1,449 words) - 13:05, 3 October 2019
  • 3. 20, 7: ἀόρ. α΄ ὑποτ. νεάσωσι αὐτόθι 8. - Παθ. νεωμένη (ἐξυπακ. γῆ) χωράφιον ἐκ νέου ἀροθέν, ἀφ’ οὗ ἐπί τινα καιρὸν ἔμεινεν ἀργόν, «νειάμα», Λατ. novale
    3 KB (268 words) - 15:20, 2 October 2019
  • ανήκει ή αναφέρεται στο χωράφι («χωραφιαῑος ἀγρός», Ηρωδιαν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < χωράφιον + κατάλ. -(ι)αῖος (πρβλ. ἐδαφ-(ι)αῖος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    452 bytes (31 words) - 06:17, 29 September 2017
  • μῠκητόν: τό, ἴσως χωράφιον πλῆρες πρέμνων ἐλαιῶν (ὅρα μύκης ΙΙ, 4), Συλλ. Ἐπιγρ. 2338, 53. μυκητόν, τὸ (Α) πιθ. αγρός γεμάτος με κούτσουρα ελαιών. [ΕΤΥΜΟΛ
    458 bytes (42 words) - 12:01, 29 September 2017
  • ανήκει ή αναφέρεται στο χωράφι («χωραφιαῑος ἀγρός», Ηρωδιαν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < χωράφιον + κατάλ. -(ι)αῖος (πρβλ. ἐδαφ-(ι)αῖος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    941 bytes (42 words) - 06:17, 29 September 2017
  • Theophr.; D. Hal. 10, 17 u. a. Sp. νειός: ἡ, Λατ. novale, νέα γῆ, δηλ. χωράφιον ἐκ νέου ἀροθὲν ἀφ’ οὗ ἔμεινεν ἐπὶ χρόνον τινὰ ἀγεώργητον, «νειάμα», νειοῖο
    15 KB (1,489 words) - 15:25, 2 October 2019
  • Oec. 11, 16. νειοποιέω: νειὸν ποιῶ, κάμνω «νειάμα», ὡσαύτως σπείρω εἰς χωράφιον ὄσπρια ἢ λαχανικά, δι’ ὧν τρέφεται ἡ γῆ καὶ οὕτω παρασκευάζεται πρὸς σπορὰν
    2 KB (136 words) - 04:30, 10 January 2019