Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "χόλος" on this wiki. See also the other search results found.

  • ). χόλος, ὁ, I. like χόλη, gall, bile, Il. II. generally metaph. bile, gall, bitter anger, wrath, Hom., Hdt., attic; χόλος ἔδυ τινά Il.; χόλος ἔμπεσε
    13 KB (1,203 words) - 10:30, 20 January 2019
  • P. and V. ὀργή, ἡ, θυμός, ὁ, Ar. and V. χολή, ἡ, κότος, ὁ, μένος, τό, V. χόλος, ὁ, μῆνις, ἡ. Love: P. and V. ἔρως, τό, πόθος, ὁ (Plat. but rare P.), ἵμερος
    743 bytes (79 words) - 09:48, 21 July 2017
  • subs. P. and V. ὀργή, ἡ, θυμός, ὁ, V. χόλος, ὁ, μῆνις, ἡ, Ar. and V. μένος, τό, χολή, ἡ, κότος, ὁ. Look up ire on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google
    319 bytes (38 words) - 10:10, 15 August 2017
  • Οι τ. χόλος και χολή πολύ νωρίς διαφοροποιήθηκαν σημασιολογικώς και ο μεν τ. χολή χρησιμοποιήθηκε κυρίως στο ιατρικό λεξιλόγιο, ενώ ο τ. χόλος εξέφρασε
    20 KB (1,680 words) - 10:30, 20 January 2019
  • ὀργή, ἡ, θυμός, ὁ, Ar. and V. χολή, ἡ, κότος, ὁ, μένος, τό, V. μῆνις, ἡ, χόλος, ὁ. By reason of Ares' old anger against Cadmus: V. Κάδμου παλαιῶν Ἄρεος
    765 bytes (84 words) - 09:19, 21 July 2017
  • subs. P. and V. ὀργή, ἡ, θυμός, ὁ, V. χόλος, ὁ, μῆνις, ἡ, Ar. and V. χολή, ἡ, κότος, ὁ, μένος, τό. Disgust: P. and V. δυσχέρεια, ἡ, P. ἀγανάκτησις, ἡ.
    374 bytes (43 words) - 09:44, 21 July 2017
  • ὁ, Ar. and V. χολή, ἡ. κότος, ὁ, μένος, τό, V. θυμώματα, τά, μῆνις, ἡ, χόλος, ὁ. Madness: P. and V. μανία, ἡ, λύσσα, ἡ (Plat. but rare P.), οἶστρος, ὁ
    1 KB (110 words) - 11:01, 7 August 2017
  • Ν χόλος / χολή 1. (μτβ.) κάνω κάποιον να θυμώσει ή να πικραθεί πολύ 2. (αμτβ.) οργίζομαι, θυμώνω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    235 bytes (26 words) - 13:01, 29 September 2017
  • με την οικογένεια τών ἔργο, ἔρδω. Η λ. ὀργή, τέλος, διακρίνεται από τη λ. χόλος που έχει και τη σημ. της πικρίας, της λύπης, της μνησικακίας, η οποία δεν
    5 KB (403 words) - 12:10, 29 September 2017
  • ἐπιτρίβειν; see annoy. subs. P. and V. χολή, ἡ. Met. anger: P. and V. ὀργή, ἡ, V. χόλος, ὁ, Ar. and V. χολή, ἡ; see anger. Look up gall on Perseus | Wiktionary
    394 bytes (52 words) - 09:42, 21 July 2017
  • sharp, keen, βέλος Il.11.270: metaph., δριμεῖα μάχη 15.696, Hes.Sc.261; δ. χόλος Il.18.322; μένος Od.24.319; ἄχος Hes.Sc.457; θυμός A.Ch.391 (lyr.).    II
    20 KB (1,934 words) - 10:30, 20 January 2019
  • Pi.O.10(11).42; σκότος utter darkness, Id.Fr.228; of passions, etc., αἰ. χόλος towering wrath, Il.15.223; δόλος αἰ. h.Merc.66, Hes.Th.589; αἰπυτάτη σοφίη
    12 KB (1,063 words) - 12:30, 9 January 2019
  • Dor. ἀλ-, α, ον, also ος, ον Hdt.1.60: (   A ἤλιθα 11):—idle, vain, χόλος Pi.P. 3.11; βέλος A.Ag.366(anap.); ὁδός Theoc.16.9.    II foolish, silly, εὐηθίη
    7 KB (557 words) - 23:05, 9 January 2019
  • ευέξαπτος 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ὀξύχολον η οξυθυμία. [ΕΤΥΜΟΛ. < οξυ- + χόλος (πρβλ. πικρό-χολος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    485 bytes (34 words) - 12:10, 29 September 2017
  • ἐγείρειν, θῦμὸν ἀπὸ μελέων δῦναι δόμον Ἄιδος εἴσω, Il. 7.131; emotion, χόλος ἔμπεσε θῦμῷ, θῦμὸν ὀρίνειν, ἐκ θῦμοῦ φιλέειν, θῦμῷ χαίρειν, ἀπὸ θῦμοῦ | μᾶλλον
    1 KB (116 words) - 15:31, 15 August 2017
  • το, Ν βοτ. άλλη κοινή ονομασία είδους του φυτού δάφνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < χόλος/χολή + χόρτο]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    318 bytes (23 words) - 12:42, 29 September 2017
  • με τη μορφή εστέρων. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. choline < χολή / χόλος + κατάλ. -ίνη της χημ. ορολογίας. Η λ. μαρτυρείται από το 1854 στον θ. Αφεντούλη]
    593 bytes (47 words) - 12:48, 29 September 2017
  • ποικιλία σχημάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. cholelith < χολή/χόλος + λίθος. Η λ. μαρτυρείται από το 1890 στον Γ. Ν. Πιλάβιο]. Αναζήτηση σε:
    584 bytes (47 words) - 12:43, 29 September 2017
  • οὐ . . ποτ' ἀέξετο κῦμά γ' ἐν αὐτῷ no wave rose high thereon, Od.10.93; χόλος . . ἀνδρῶν ἐν στήθεσσιν ἠΰτε καπνός ἀ. rises high, Il.18.110; τόδε ἔργον
    20 KB (1,827 words) - 08:10, 13 September 2019
  • poet.,    A = δεινός, dread, horrible, freq. in Hom., of feelings, ἄχος, χόλος, τρόμος, κάματος, ὀϊζύς, Il.4.169, 22.94, 7.215, 10.312, Od.15.342; of states
    9 KB (819 words) - 18:05, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)