Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ψαλίς" on this wiki. See also the other search results found.

  • арка: ἡ καμφθεῖσα ψ. Diod. подпорная арка. ψαλίς -ίδος, ἡ [~ ψάλιον] schaar. gewelfde gang, tunnel. ψᾰλίς, ίδος, ἡ, I. a pair of scissors, Lat. forfex
    9 KB (850 words) - 16:05, 2 October 2019
  • η / ψαλίς, -ίδος, ΝΜΑ, και ψελίς και πιθ. τ. πληθ. ψαλλίδες και παλ. τ. σπαλίς, Α νεοελλ. 1. (μεγεθ.) μεγάλο ψαλίδι κατάλληλο για την κοπή σκληρών υλικών
    5 KB (393 words) - 06:30, 29 September 2017
  • old form for ψαλίς, Sch.D.T. p.320 H. -ίδος, ἡ, Α βλ. ψαλίς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    394 bytes (24 words) - 12:30, 29 September 2017
  • νέρτερος. Underground passage, subs.: V. ὑπόνομος, ὁ. Underground vault: V. ψαλίς, ἡ (Soph., Frag.). By underground pipes: use adv. ὑπονομηδόν (Thuc. 6, 100)
    630 bytes (60 words) - 16:03, 28 August 2017
  • Hiding-place: V. κευθμών, ὁ. Cave: P. σπήλαιον, τό (Plat.); see cave. Crypt: V. ψαλίς, ἡ (in Plat., Legg. 947D, the reading is doubtful). Arch: P. ἁψίς, ἡ (also
    1 KB (121 words) - 18:28, 9 August 2017
  • το / ψαλίδιον, ΝΜΑ, και ψαλλίδιον Μ ψαλίς, -ίδος] νεοελλ. κοπτικό εργαλείο αποτελούμενο από δύο αντικρυστές, συναρθρωμένες στο μέσον, μεταλλικές λεπίδες
    3 KB (225 words) - 06:16, 29 September 2017
  • gr | Κάτο ψᾰλίζω: (ψαλίς), κόβω με ψαλίδι, ψαλιδίζω, σε Βάβρ. ψᾰλίζω: ψαλίς срезать, стричь (τὸν μαλλόν Babr.). ψᾰλίζω, ψαλίς to clip with scissors
    2 KB (139 words) - 03:10, 10 January 2019
  • ψαλιδῶ, -όω, ΝΑ σχηματίζω αψίδα, θόλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψαλίς, -ίδος με σημ. «κυλινδρικός θόλος, αψίδα» (βλ. λ. ψαλίδα)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    337 bytes (26 words) - 06:29, 29 September 2017
  •    A v. ψαλίς. -ίδος, ἡ, ΜΑ βλ. ψαλίδα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    396 bytes (17 words) - 06:29, 29 September 2017
  • 445.9 (iii B.C.); tester-bed, Arr.An.7.25.4; vaulted sewer, as gloss on ψαλίς, Sch.Pl.Lg. 947d, Hsch.    II Medic., hollow near the auditory meatus, Poll
    12 KB (1,075 words) - 15:05, 2 October 2019
  • the adduced Indian words also Mayrhofer s. phálati. Cf. on στέλλω; also ψαλίς. - Clearly the same word as ἄσπαλον, so a Pre-Greek word. σπολάς, άδος
    6 KB (547 words) - 15:50, 2 October 2019
  • ὁ, Α είδος εντόμου βλαβερού για τα κηπευτικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψαλίς «ψαλίδι» + επίθημα -της (πρβλ. πρεσβύ-της)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    369 bytes (25 words) - 06:29, 29 September 2017
  • ευρείας οικογένειας λ. της τεχνικής ορολογίας (πρβλ. ψάλιον / ψέλιον / ψίλιον, ψαλίς /ψελίς / σπαλίς, σπαλίων), δηλωτικής αντικειμένων ή κατασκευασμάτων, με κύριο
    2 KB (153 words) - 06:16, 29 September 2017
  • [Seite 916] τό, äol. = ψάλιον, wie σπαλίς, ίδος, ἡ, = ψαλίς, s. Bast zu Greg. p. 598. σπάλιον: τό, Αἰολ. ἀντὶ ψάλιον, ψέλιον· σπαλὶς ἀντὶ ψαλλίς, ἴδε
    455 bytes (46 words) - 12:30, 29 September 2017
  • ἐκαλέσαμεν, ὤς φησι Τρύφων». [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για παρλλ. τ. του ψάλιον (πρβλ. ψαλίς: ψελίς). Για ετυμολ. βλ. λ. ψαλίδα, ψάλιον και ψαλόν]. Αναζήτηση σε: Google
    2 KB (159 words) - 06:29, 29 September 2017
  • Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search tunnel = ψαλίς Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia
    223 bytes (55 words) - 12:40, 10 January 2019
  •    A v. ψαλίς 111.
    334 bytes (4 words) - 01:37, 9 February 2013
  • ές, (   A ψαλίς 11) like a vault or arch, Ph.Bel.81.35, Gal.UP8.11. [Seite 1390] ές, nach Art eines Gewölbes, einem Gewölbe ähnlich, Sp., wie Galen.
    1 KB (69 words) - 06:29, 29 September 2017
  • Arc.26, Goth.3.1. [Seite 1390] τό, dim. von ψαλίς, Ar. bei Poll. 7, 95. ψᾰλίδιον: τό, ὑποκορ. τοῦ ψαλίς, ὡς καὶ νῦν, κοινῶς «ψαλίδι», Προκοπ. Ἱστ. σ
    1 KB (79 words) - 06:29, 29 September 2017
  • Étymologie: ψαλίς, στόμα. -ον, Α (στον Αριστοφ.) (ως κωμικός χαρακτηρισμός του κάβουρα) αυτός που το στόμα του μοιάζει με ψαλίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψαλίς, -ίδος
    2 KB (115 words) - 02:43, 10 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)