Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ψιλός" on this wiki. See also the other search results found.

  • ὁπλιτικόν, X.HG4.2.17, Arist.Pol.1321a7; ψιλός, opp. ὡπλισμένος, S.Aj.1123: coupled with ἄσκευος, Id.OC1029; ψιλὸς στρατεύσομαι Ar.Th.232; ψ. δύναμις Arist
    53 KB (4,739 words) - 14:05, 2 October 2019
  • adj. Uncovered: P. and V. γυμνός, ψιλός. Of country bare of vegetation, etc.: P. ψιλός. Empty: P. and V. κενός, ἐρῆμος, P. διάκενος. Bare of: P. and V
    1 KB (142 words) - 09:22, 21 July 2017
  • η, Ν βλ. ψιλός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    57 bytes (13 words) - 06:29, 29 September 2017
  • Fem., adj.: V. γυμνάς. Of country, bare: P. ψιλός. Desolate: P. and V. ἐρῆμος. Mere, unsupported: P. ψιλός. Open, manifest: P. and V. σαφής, φανερός, ἐμφανής
    491 bytes (48 words) - 09:47, 21 July 2017
  • beforehand: P. πρόδηλος. Intelligible: see intelligible. Free from trees: P. ψιλός; see open. Undefiled: P. and V. καθαρός, ὅσιος, εὐαγής (rare P.), ἀκήρατος
    3 KB (310 words) - 17:58, 24 February 2019
  • από το στόμα κατά την εκφώνηση ορισμένων συμφώνων («ἦχοι ὁ μὲν δασύς, ὀ δὲ ψιλός», Δημήτρ. Φαλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ηχή. ΠΑΡ. ηχείο, ηχήεις αρχ. ηχέεις, ηχικός
    4 KB (271 words) - 15:15, 15 January 2019
  • τα, Ν βλ. ψιλός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    59 bytes (13 words) - 06:29, 29 September 2017
  • P. and V. φαλακρός (Eur., Cycl. 227). Met., simple: P. and V. ἁπλοῦς, P. ψιλός. Look up bald on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text
    3 KB (327 words) - 09:48, 15 August 2017
  • -η, -ο / ψιλούτζικος, -η, -ον, ΝΜ κάπως ψιλός, αρκετά ψιλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψιλός + υποκορ. κατάλ. -ούτσικος (πρβλ. μεγαλ-ούτσικος)]. Αναζήτηση σε: Google
    398 bytes (27 words) - 06:29, 29 September 2017
  • adj. P. ἄοπλος, P. and V. γυμνός, ψιλός, V. ἄσκευος, ἀτευχής, ἀσίδηρος (Eur., Bacch. 736). Look up unarmed on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google
    258 bytes (27 words) - 09:48, 7 August 2017
  • προφανής; see manifest. Confessed: P, ὁμολογούμενος. Of country, treeless: P. ψιλός. Flat: P, ὁμαλός. Of a door, gate, etc.: P. and V. ἀνεωγμένος (Eur., Hipp
    5 KB (542 words) - 11:01, 7 August 2017
  • subs. Lake: P. and V. λίμνη, ἡ. adj. P. ψιλός. Being a mere lad: P. μειρακύλλιον ὢν κομιδῇ (Dem. 539). Absol., unmixed: P. ἁπλοῦς, ἄκρατος. Look up mere
    918 bytes (131 words) - 10:09, 15 August 2017
  • πέντε and πέμπτος, but ε' = 5,000:—its name was εἶ, q.v., later ἒ ψιλόν; cf. ψιλός. (I) (Μ ἔ) επιφών. εκφράζει: 1. ενόχληση, δυσαρέσκεια («ε πια, μάς παραζάλισες
    3 KB (228 words) - 15:26, 15 January 2019
  • adj. Desolate: P. and V. ἐρῆμος. Bare of trees: P. ψιλός. Of land: P. and V. ἄκαρπος. Of females: P. and V. ἄτοκος (Plat.). V. ἄτεκνος, ἄγονος (also Plat
    1 KB (104 words) - 09:22, 21 July 2017
  • -ῆτος, ὁ, Α (ποιητ. τ.) ψιλήτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψιλός + επίθημα -ής, -ῆτος (< -ēt-, αβέβαιης προέλευσης), που απαντά σε ορισμένα επίθ. και ουσ. χρησιμοποιούμενα
    740 bytes (49 words) - 06:12, 1 January 2019
  • kahl, I) eig.: glaber (ψιλός, glatt, kahl, von Natur od. durch Schur etc., von Teilen des Leibes, z.B. des Bauches, Halses [[[aber]] nie des Hauptes],
    1 KB (143 words) - 09:43, 15 August 2017
  • ἀνθρώπου, φαλακρός, Λουκ. Νεκρ. Διάλ. 25. 1· καὶ καθόλου, ψιλός, γυμνός, γῆ Ἀριστείδ. 2. 349 πρβλ. ψιλός, ψωλός· - περὶ τοῦ παρὰ Θεόγνιδ. χωρίου ἐν 122, ἴδε
    5 KB (409 words) - 13:50, 2 October 2019
  • ὀπισθόψιλος, -ον (Α) φαλακρός στο πίσω μέρος του κεφαλιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < οπισθ(ο)- + ψιλός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    320 bytes (22 words) - 12:10, 29 September 2017
  • κόβει καθόλου») 7. φρ. α) «κόβεται η καρδιά μου» — εξαντλούμαι β) «μέ κόβει (ψιλός) ιδρώτας» ή «μέ κόπτει ίδρος» — ιδρώνω λόγω ψυχικής εντάσεως γ) «δεν μέ κόφτει»
    12 KB (920 words) - 07:24, 29 September 2017
  • , P. καθαρῶς. Absolute, sheer: P. ἄκρατος, ἁπλοῦς, εἰλικρινής. Mere: P. ψιλός. Without admixture: P. ἄμικτος, ἄκρατος. Unmixed (of wine): P. and V. ἄκρατος
    4 KB (435 words) - 10:11, 15 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)