Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ψιλός" on this wiki. See also the other search results found.

  • ὁπλιτικόν, X.HG4.2.17, Arist.Pol.1321a7; ψιλός, opp. ὡπλισμένος, S.Aj.1123: coupled with ἄσκευος, Id.OC1029; ψιλὸς στρατεύσομαι Ar.Th.232; ψ. δύναμις Arist
    52 KB (4,789 words) - 13:50, 8 July 2020
  • uncovered: P. and V. γυμνός, ψιλός. of country bare of vegetation, etc.: P. ψιλός. empty: P. and V. κενός, ἐρῆμος, P. διάκενος. bare of: P. and V. γυμνός
    2 KB (144 words) - 08:50, 20 May 2020
  • η, Ν βλ. ψιλός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    57 bytes (13 words) - 06:29, 29 September 2017
  • Fem., adj.: V. γυμνάς. of country, bare: P. ψιλός. desolate: P. and V. ἐρῆμος. mere, unsupported: P. ψιλός. open, manifest: P. and V. σαφής, φανερός, ἐμφανής
    556 bytes (52 words) - 08:55, 20 May 2020
  • beforehand: P. πρόδηλος. intelligible: see intelligible. free from trees: P. ψιλός; see open. undefiled: P. and V. καθαρός, ὅσιος, εὐαγής (rare P.), ἀκήρατος
    4 KB (318 words) - 15:36, 24 June 2020
  • από το στόμα κατά την εκφώνηση ορισμένων συμφώνων («ἦχοι ὁ μὲν δασύς, ὀ δὲ ψιλός», Δημήτρ. Φαλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ηχή. ΠΑΡ. ηχείο, ηχήεις αρχ. ηχέεις, ηχικός
    4 KB (271 words) - 15:15, 15 January 2019
  • τα, Ν βλ. ψιλός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    59 bytes (13 words) - 06:29, 29 September 2017
  • -η, -ο / ψιλούτζικος, -η, -ον, ΝΜ κάπως ψιλός, αρκετά ψιλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψιλός + υποκορ. κατάλ. -ούτσικος (πρβλ. μεγαλ-ούτσικος)]. Αναζήτηση σε: Google
    398 bytes (27 words) - 06:29, 29 September 2017
  • P. ἄοπλος, P. and V. γυμνός, ψιλός, V. ἄσκευος, ἀτευχής, ἀσίδηρος (Eur., Bacchae 736). ⇢ Look up "unarmed" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    323 bytes (31 words) - 09:17, 20 May 2020
  • πέντε and πέμπτος, but ε' = 5,000:—its name was εἶ, q.v., later ἒ ψιλόν; cf. ψιλός. (I) (Μ ἔ) επιφών. εκφράζει: 1. ενόχληση, δυσαρέσκεια («ε πια, μάς παραζάλισες
    3 KB (228 words) - 23:00, 7 July 2020
  • desolate: P. and V. ἐρῆμος. bare of trees: P. ψιλός. of land: P. and V. ἄκαρπος. of females: P. and V. ἄτοκος (Plato). V. ἄτεκνος, ἄγονος (also Plato,
    1 KB (108 words) - 13:39, 20 June 2020
  • προφανής; see manifest. confessed: P. ὁμολογούμενος. of country, treeless: P. ψιλός. flat: P. ὁμαλός. of a door, gate, etc.: P. and V. ἀνεωγμένος (Eur., Hippolytus
    6 KB (547 words) - 10:52, 3 July 2020
  • lake: P. and V. λίμνη, ἡ. P. ψιλός. being a mere lad: P. μειρακύλλιον ὢν κομιδῇ (Dem. 539). Absol., unmixed: P. ἁπλοῦς, ἄκρατος. ⇢ Look up "mere"
    958 bytes (134 words) - 08:57, 20 May 2020
  • and V. φαλακρός (Eur., Cyclops 227). Met., simple: P. and V. ἁπλοῦς, P. ψιλός. ⇢ Look up "bald" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    3 KB (331 words) - 09:10, 20 May 2020
  • -ῆτος, ὁ, Α (ποιητ. τ.) ψιλήτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψιλός + επίθημα -ής, -ῆτος (< -ēt-, αβέβαιης προέλευσης), που απαντά σε ορισμένα επίθ. και ουσ. χρησιμοποιούμενα
    740 bytes (49 words) - 06:12, 1 January 2019
  • kahl, I) eig.: glaber (ψιλός, glatt, kahl, von Natur od. durch Schur etc., von Teilen des Leibes, z.B. des Bauches, Halses [[[aber]] nie des Hauptes],
    1 KB (143 words) - 09:43, 15 August 2017
  • ἀνθρώπου, φαλακρός, Λουκ. Νεκρ. Διάλ. 25. 1· καὶ καθόλου, ψιλός, γυμνός, γῆ Ἀριστείδ. 2. 349 πρβλ. ψιλός, ψωλός· - περὶ τοῦ παρὰ Θεόγνιδ. χωρίου ἐν 122, ἴδε
    5 KB (409 words) - 13:50, 8 July 2020
  • ὀπισθόψιλος, -ον (Α) φαλακρός στο πίσω μέρος του κεφαλιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < οπισθ(ο)- + ψιλός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    320 bytes (22 words) - 12:10, 29 September 2017
  • ἐρῆμος. unwalled: P. ἀτείχιστος. unarmed: P. and V. γυμνός, P. ἄοπλος, V. ψιλός, ἄσκευος, ἀτευχής. ⇢ Look up "defenceless" on Perseus Dictionaries | Perseus
    506 bytes (43 words) - 08:57, 20 May 2020
  • κἂν ψιλὸς ἀρκέσαιμι σοί γ' ὡπλισμένῳ = lightly armed I would be a match for you in full panoply ⇢ Look up "κἂν ψιλὸς ἀρκέσαιμι σοί γ' ὡπλισμένῳ" on
    97 bytes (47 words) - 17:40, 6 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)