Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ψυχρός" on this wiki. See also the other search results found.

  • ανθρώπους, ψυχρός στην καρδιά, άκαρδος, αναίσθητος, άπονος, σε Πλάτ., Ξεν. 3. λέγεται για υπερβολικές φράσεις, ψυχρός, υπερβολικός, σε Πλάτ., Δημ. ψυχρός: 1)
    21 KB (1,806 words) - 14:40, 3 October 2019
  • adj. P. and V. ψυχρός, Ar. κρυερός. Met., P. and V. ψυχρός. Not eager: P. ἀπρόθυμος. Haughty: P. ὑπερήφανος, V. ὑπέρφρων; see haughty. Be cold: Ar. and
    881 bytes (94 words) - 11:00, 7 August 2017
  • αστήθι μάρμαρο και χέρια σιδερένια», δημ. τραγούδι) β) λευκός, κάτασπρος γ) ψυχρός, παγωμένος («τα χέρια μου είναι μάρμαρο») 2. φρ. «έμεινε μάρμαρο» — απολιθώθηκε
    1 KB (104 words) - 06:47, 29 September 2017
  • διαφέρω νεοελλ. 1. αυτός που δεν ενδιαφέρεται για κάποιον ή κάτι, αμελής, ψυχρός 2. που δεν προκαλεί το ενδιαφέρον, ασήμαντος, αμελητέος 3. επίρρ. αδιαφόρως
    1 KB (93 words) - 06:33, 29 September 2017
  • Ν επίρρ. βλ. ψυχρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    74 bytes (13 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -η, -ο / ὑπόψυχρος, -ον, ΝΜΑ κάπως ψυχρός αρχ. 1. αυτός που προκαλεί ρίγος, παγερός 2. μτφ. α) ανούσιος, μονότονος, κρύος («κωμικοὶ ὑπόψυχροι», λεξ. Σούδα)
    673 bytes (44 words) - 12:53, 29 September 2017
  • ἤπιος», Ομ. Οδ.) 2. (για καιρικές καταστάσεις) αυτός που δεν είναι πολύ ψυχρός, ο εύκρατος («ήπιος χειμώνας») 3. (για νόσους ή επιδημίες) αυτός που δεν
    2 KB (164 words) - 07:17, 29 September 2017
  • του Διός 3. διάφανος, διαυγής: «αἴθριος πάγος» (Σοφοκλής) 4. υπαίθριος, ψυχρός, παγερός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἶθρος αἰθήρ. ΠΑΡ. αρχ. αἴθριο νεοελλ. αιθριότητα.
    1 KB (77 words) - 06:18, 29 September 2017
  • irksome: P. and V. δυσχερής, βαρύς. uninteresting: P. ἕωλος, Ar. and P. ψυχρός. dark: see dark, dreary. sad: see sad. v. trans. blunt: P. and V. ἀμβλύνειν
    836 bytes (94 words) - 18:43, 17 November 2019
  • adj. P. ἕωλος, Ar. and P. ψυχρός. Look up insipid on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full
    149 bytes (24 words) - 09:44, 21 July 2017
  • adj. P. ἀπειρόκαλος. Insipid: Ar. and P. ψυχρός, P. ἕωλος. Look up tasteless on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    210 bytes (27 words) - 10:05, 21 July 2017
  • αἰθρία) ανέφελος και καθαρός ουρανός, ξαστεριά, καλοκαιρία αρχ. καθαρός και ψυχρός νυχτερινός αέρας. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αἰθρία αποτελεί ουσιαστικοποιημένο τ. θηλ
    1,010 bytes (66 words) - 10:10, 23 December 2018
  • -ον, Α υγρός που φλέγεται ενώ ταυτόχρονα είναι και ψυχρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑγρός + πύρινος + ψυχρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    358 bytes (23 words) - 12:54, 29 September 2017
  • signf. I comes ψυχή perhaps, but v. ψυχή: signf. 11 (and with it ψῦχος, ψυχρός, etc.) comes fr. signf. I: also signf. 111 fr. signf. 1.) [ῡ always, exc
    16 KB (1,436 words) - 14:40, 3 October 2019
  • η / ψυχρότης, -ητος, ΝΜΑ ψυχρός 1. η ιδιότητα του ψυχρού 2. έλλειψη συναισθηματικής θέρμης νεοελλ. 1. η ανικανότητα ενός ατόμου να αισθανθεί γενετήσια
    1,009 bytes (77 words) - 06:14, 29 September 2017
  • επιθ. ξερός, -ή, -ό, με αναβιβασμό του τόνου (πρβλ. νέκρα: νεκρός, ψύχρα: ψυχρός)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    747 bytes (57 words) - 12:07, 29 September 2017
  • adj. P. and V. ψυχρός, Ar. κρυερός. subs. P. and V. ψῦχος, τό, V. κρυμός, ὁ (Soph. and Eur., Frag.), Met., κρύος, τό. cold in the head: P. κατάρρους, ὁ
    648 bytes (75 words) - 04:58, 16 November 2019
  • ψυχραιμία («αντιμετώπισε ψύχραιμα την απόλυσή του»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ψύχρα / ψυχρός + -αιμος (< αίμα), πρβλ. θερμό-αιμος. Η λ. μαρτυρείται από το 1873 στον
    967 bytes (67 words) - 06:29, 29 September 2017
  • adj. P. and V. ψυχρός. Met., calm: P. and V. ἥσυχος, ἡσυχαῖος, P. ἡσύχιος. impudent: P. and V. ἀναιδής. not eager: P. ἀπρόθυμος. dulled: P. and V. ἀμβλύς
    955 bytes (98 words) - 13:00, 17 November 2019
  • (νεκρά) του επιθ. νεκρός, -ά, -όν, με αναβιβασμό του τόνου (πρβλ. ξερός: ξέρα, ψυχρός: ψύχρα)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    658 bytes (50 words) - 12:02, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)