Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀέλιος" on this wiki. See also the other search results found.

  • dreisylbig zu nehmen. ἀέλιος: ὁ, Δωρ. ἀντὶ τοῦ ἠέλιος, ἥλιος [ᾱ, ἀλλὰ θεωρεῖται βραχ. ἐν Σοφ. Τρ. 835, Εὐρ. Μήδ. 1252, Ἴων 122]. ἀέλιος, ἅλιος (ᾶε-, αε-,
    4 KB (333 words) - 09:20, 31 December 2018
  • v. Ἥλιος. Source: Ἀέλιος
    35 bytes (4 words) - 11:47, 21 August 2017
  • (AM ἥλιος, Α, επικ. τ. ἠέλιος, δωρ. και αιολ. τ. ἀέλιος, δωρ. τ. και ἄλιος, αρκαδ. τ. ἀέλιος ή ἁέλιος) 1. φωτεινό ουράνιο σώμα (το κέντρο του πλανητικού
    8 KB (663 words) - 08:50, 23 December 2018
  • (AM ἥλιος, Α, επικ. τ. ἠέλιος, δωρ. και αιολ. τ. ἀέλιος, δωρ. τ. και ἄλιος, αρκαδ. τ. ἀέλιος ή ἁέλιος) 1. φωτεινό ουράνιο σώμα (το κέντρο του πλανητικού
    38 KB (3,707 words) - 13:45, 3 October 2019
  • ἀέλιος, ο (Α) δωρικός τύπος αντί ἠέλιος, ήλιος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    130 bytes (17 words) - 06:33, 29 September 2017
  • Pamph.,    A = ἀέλιος, ἥλιος, Eust.1654.20. βαβέλιος: ἐν τῇ Παμφυλίᾳ διαλέκτῳ, ἀντὶ τοῦ ἀέλιος, ἥλιος Εὐστ. 1654. 20. v. ἥλιος. Source: βαβέλιος
    618 bytes (23 words) - 12:05, 21 August 2017
  • ᾱ̓έλιος Aeol. en Dor. voor ἥλιος.
    72 bytes (6 words) - 05:50, 10 January 2019
  • ἱππώκης, -εος, ὁ (Α) αυτός του οποίου το άρμα έχει ταχείς ίππους («ἱππώκης ἀέλιος», Βακχυλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱππ(ο)- + -ώκης (< ὦκος < ὠκυς «ταχύς»), πρβλ. ανεμ-ώκης
    592 bytes (36 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ες,    A riding in a swift chariot, ἀέλιος B.10.101. ἱππώκης: -εος, ὁ, ὁ ἔχων ταχεῖς ἵππους, πρὸς αὐγὰς ἱππώκεος ἀελίου Βακχυλ. Χ. (ΧΙ). 101, ἔκδ. Blass
    1 KB (64 words) - 07:19, 29 September 2017
  • αἴθωνος, αἴθωνα. αἴθων: ωνος, реже ονος adj. 1) пылающий, раскаленный (ἀέλιος, κεραυνός Pind.); 2) багровый (ῥόος καπνοῦ Pind.); 3) сверкающий, блестящий
    8 KB (624 words) - 12:11, 9 January 2019
  • für das Digamma im Anfang u. in der Mitte der Wörter, z. B. βαβέλιος = ἀέλιος, φάβος = φάος; ebenso die Tarentiner, βαίλα = ἴλη. S. Giese über den äol
    2 KB (234 words) - 15:43, 25 August 2017
  • Cic. Nat. 2, 14 ; Hor. S. 1, 7, 24. sōl, sōlis, m. (aus *sāvel, dorisch) ἀέλιος, Sonne, gotisch savil; vgl. auch σέλας, σελήνη), die Sonne, I) eig. u. meton
    17 KB (2,584 words) - 21:36, 27 February 2019
  • Λᾰχεσις    1 she who allots, one of the Moirai. ἐκέλευσεν δ' αὐτίκα (sc. Ἀέλιος) χρυσάμπυκα μὲν Λάχεσιν χεῖρας ἀντεῖναι (cf. λάχος v. 58) (O. 7.64) πολὺν
    4 KB (350 words) - 14:20, 14 January 2019
  • Arc.,    A = μέσφα, μέστ' ἂν ἀέλιος ὀν[τέλλοι] IG5(2).4.12 (Tegea); [μέ]στε ζατὸν ἔοι ἄμοινα ib.22. μέστε (Α) (αρκαδ. τ.) επίρρ. βλ. μέσφα. Αναζήτηση
    598 bytes (36 words) - 07:37, 29 September 2017
  • ον,    A bright-girdled, θύγατρες B.8.49; Ἀέλιος E.Ph.175 (lyr.). [Seite 50] mit glänzendem Gürtel, Eur. Phoen. 178, Helios. λῐπᾰρόζωνος: -ον, ἔχων
    2 KB (97 words) - 03:40, 10 January 2019
  • бесполезный, бесплодный, напрасный, тщетный (ἔπος, βέλος, πόνος Hom.). I (ᾱ) и ἀέλιος ὁ дор. = ἥλιος. и 2 (ᾰ) морской (ψάμαθοι, θεαί Hom.; πρύμναι Pind.; κῦμα
    14 KB (1,351 words) - 14:00, 2 October 2019
  • οὐρανῷ εἰλέονται Luc.Astr.29; περὶ τὴν γῆν ἀεὶ εἱλεῖν ἰών, as etym. of ἥλιος (ἀέλιος), Pl.Cra.409a; εἰλέονται ἐπὶ τὸ ὑγιὲς σκέλος they pivot or swing round on
    45 KB (3,978 words) - 14:35, 2 October 2019
  • permit c. acc. pers. Ζεὺς ἄμπαλον μέλλεν θέμεν. ἀλλά μιν οὐκ εἴασεν (sc. Ἀέλιος) (O. 7.61) ἔα με· νικῶντί γε χάριν, εἴ τι πέραν ἀερθεὶς ἀνέκραγον, οὐ τραχύς
    40 KB (4,433 words) - 13:25, 3 October 2019