Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀήδονος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Full diacritics: ἀήδονος Medium diacritics: ἀήδονος Low diacritics: αήδονος Capitals: ΑΗΔΟΝΟΣ Transliteration A: aḗdonos Transliteration B: aēdonos
    730 bytes (49 words) - 16:13, 31 December 2020
  • ἀλλόκοτος, ἀνήρατος, ἀπάρεστος, ἀπεχθής, δυσφιλής, ἀπεχθήμων, ἀπεχθήεις, ἀήδονος, αἰνόφρων, ἀποθύμιος, ἀβύρβηλος, ἀπόστρεπτος * Look up in: Google | Wiktionary
    303 bytes (26 words) - 07:14, 22 August 2017
  • adverso = ἐνστάτης, ἀλλόκοτος, ἀντίζηλος, ἀντίξοος, ἀλλότριος, ἀργαλέος, ἀήδονος, ἐναντιόομαι, ἐνστατικός * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario
    895 bytes (128 words) - 22:30, 27 February 2019
  • ἀήδονος, -ον (Μ) ἡδονή ο ανήδονος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    94 bytes (15 words) - 06:34, 29 September 2017
  • 1630; βάλλει με . . φ. του S.Ph.206 (lyr.); of birds and animals, ὥστ' ἀηδόνος στόμα φθογγὰς ἱεῖσα E.Hec.338; φ. ὀΐων τε καὶ αἰγῶν Od.9.167; μόσχων E.IT293
    5 KB (411 words) - 14:15, 31 December 2020
  • Λατ. versatilis, ποικιλοτρόπως καμπτόμενος, ποικίλος, φωνὴ ἐπ., ἐπὶ τῆς ἀηδόνος, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 49Β, 3. ής, ές : qui se tourne vers ou sur ;
    6 KB (494 words) - 09:45, 1 January 2021
  • is an imitation, Od. 19.522†. Ἴτυλος, ὁ (Α) 1. γιος του Ζήθου και της Αηδόνος 2. ως επίθ. ἴτυλος, -ον (κατά τον Ησύχ.) «μόνος, ὀρφανός, νέος, ἁπαλός»
    1 KB (108 words) - 10:10, 11 February 2019
  • 504); Qu. Sm. 1, 294 u. a. sp. D. πολυηχής: -ές, (ἦχος) ἐπὶ τῆς φωνῆς τῆς ἀηδόνος, ἡ μετὰ ποικίλων τόνων ἠχοῦσα, πολυηχέα φωνήν, «πολλὰς μεταβολὰς ποιουμένην»
    4 KB (299 words) - 15:45, 1 January 2021
  • 235· ἐπὶ μουσικῶν ἤχων ἤ φθόγγων, Πλάτ. Νόμ. 812D· ἐπὶ τοῦ ᾄσματος τῆς ἀηδόνος, Ἀριστοφ. Ὄρν. 204, 223. ατος (τό) : 1 voix ; cri; 2 parole ; langage;
    8 KB (694 words) - 13:59, 31 December 2020
  • ἤκουσα ὄπα Ὀδ. Λ. 421, πρβλ. Σοφ. Ἠλ. 1066· οἰκτρᾶς γόον ὄρνιθος, ἐπὶ τῆς ἀηδόνος, ὁ αὐτ. ἐν Αἴ. 629· - οὕτως ὁ Ὅμηρ. μεταχειρίζεται τὸ οὐδ. πληθ. ὡς ἐπίρρ
    10 KB (768 words) - 15:38, 1 January 2021
  • helltönenden Phorminx, Il. 9, 186 Od. 8, 67; Μοῦσα λίγεια, 24, 62; λιγείας μόρον ἀηδόνος, Aesch. Ag. 1117, der auch λιγέα κωκύματα, Pers. 324, sagt und λιγὺ ἀνακωκύσας
    13 KB (1,224 words) - 13:55, 30 December 2020
  • τρωπῶσα χέει πολυηχέα φωνήν, ἐπὶ τῆς ἀηδόνος, «τὸ θαμὰ τρωπῶσα, καὶ ἡ πολυηχὴς φωνὴ τὸ πόριμον ἐν φωναῖς τῆς ἀηδόνος δηλοῦσι» (Σχόλ.), Ὀδ. Τ. 521. ― Μέσ
    3 KB (245 words) - 13:30, 31 December 2020
  • Πέρσ. 947, Χο. 449· γόους δακρύειν Σοφ. Αἴ. 579· οἰκτρᾶς γ. ὄρνιθος, τῆς ἀηδόνος· αὐτ. 628·― γ. τινός, θρῆνος ἢ λύπη διά τινα, Κόϊντ. Σμυρ. 3. 644· οὕτω
    8 KB (912 words) - 21:15, 29 December 2020
  • Ἡρακλ. 403· πρᾶτος ἀοιδός, ἐπὶ ἀλεκτρυόνος, Θεόκρ. 18. 56. 2) ὡς θηλ., ἐπὶ ἀηδόνος, ψάλτρια, καὶ ἀοιδὸν ἐοῦσαν Ἡσ. Ἔργ. καὶ Ἡμ. 206· περὶ τῆς Σφιγγός, σκληρᾶς
    10 KB (874 words) - 19:55, 31 December 2020
  • Προβλ. 19. 48. ΙΙ. ἐπὶ προσώπων, θρηνῶν, ὀδυρόμενος, Εὐρ. Ἑκ. 84· ἐπὶ τῆς ἀηδόνος, Καλλ. Λουτρ. Παλλ. 94.― Ἐπίρρ. –ρῶς Εὐστ. 1147. 9. ά, όν : 1 gémissant
    5 KB (435 words) - 21:00, 29 December 2020
  • Works ἀηδόνιος: -ον, ὁ ἀνήκων εἰς ἀηδόνα, γόος, νόμος ἀ., ὁ θρῆνος τῆς ἀηδόνος, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 420, Ἀριστοφ. Βάτ. 684· πρβλ. ἀηδόνειος. ος, ον : de rossignol
    2 KB (155 words) - 16:55, 31 December 2020
  • χλωραύχην: -ενος, ὁ, ἡ, ὁ ἔχων χλωρόν, ἤτοι κιτρινοπράσινον αὐχένα, ἐπὶ τῆς ἀηδόνος, Σιμωνίδ. 73· πρβλ. χλωρηίς. -ενος, ὁ, ἡ, Α (ποιητ. τ.) (για αηδόνι) αυτός
    1 KB (107 words) - 15:45, 31 December 2020
  • ἡδεῖαν γλῶσσαν, πειθὼ Αἰσχύλ. Πρ. 172· μελιγλώσσου τις ὑμνήσει χάριν Κηΐας ἀηδόνος Βακχυλ. ΙΙΙ, 97· μελιγλώσσων τ’ ἀοιδᾶν ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 4 [13]· ἔπη Ἀριστοφ
    2 KB (163 words) - 15:00, 30 December 2020
  • physiogn. 2. ὀξύφωνος: -ον, ὁ ἔχων ὀξεῖαν, διαπεραστικὴν φωνήν, ἐπὶ τῆς ἀηδόνος (πρβλ. ὀξὺς ΙΙ. 3), Τελέστ. 6, Σοφ. Τρ. 959· συγκρ. -ώτερος, Ἀριστ. π. τὰ
    3 KB (201 words) - 12:35, 1 January 2021
  • Ι. Τ. 165, 633· ἐπὶ τῆς ἀηδόνος, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1142, Ἀριστοφ. Ὄρν. 676, Θεοκρ. Ἐπιγράμμ. 4. 11· ἀλλαχοῦ ἐπὶ τοῦ λαιμοῦ τῆς ἀηδόνος, διὰ ξουθῶν γενύων ἐλελιζομένα
    16 KB (1,477 words) - 16:20, 30 December 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)