Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀγαθός" on this wiki. See also the other search results found.

  • pious, οἱ ἀγαθοί or ὁ ἀγαθός does not occur in so general a sense. The ἀνήρ ἀγαθός is peculiar only to the Proverbs (οὐδείς ἀγαθός εἰ μή εἷς ὁ Θεός. In
    69 KB (7,738 words) - 14:00, 8 July 2020
  • -ή, -ό (Α ἀγαθός, -ή, -όν) καλός, χρηστός, ενάρετος νεοελλ. 1. καλόψυχος, άκακος 2. υπερβολικά εύπιστος, αφελής, ανόητος 3. το ουδ. ως ουσ. το αγαθό αρχ
    5 KB (89 words) - 12:20, 14 January 2019
  • Of persons or things: P. and V. ἀγαθός, χρηστός, καλός, σπουδαῖος, Ar. and V. ἐσθλός, V. κεδνός. pious: P. and V. εὐσεβής, θεοσεβής, ὅσιος. serviceable:
    4 KB (356 words) - 09:15, 20 May 2020
  • η (Α ἀγαθότης) ἀγαθός καλοσύνη νεοελλ. υπερβολική καλοσύνη που φτάνει μέχρι βλακείας, αφέλεια αρχ. «ἡ σὴ ἀγαθότης», ως προσφών. σεβασμού. Αναζήτηση σε:
    336 bytes (29 words) - 06:24, 29 September 2017
  • αδημιούργητος 2. αυτός που κατάγεται από ταπεινή οικογένεια (αντίθ. του ἀγαθός) 3. άτεκνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερητ. + γένος. ΠΑΡ. αγένεια, αγενικός, άγενος]
    738 bytes (45 words) - 06:17, 29 September 2017
  • P. and V. ἀγαθός, χρηστός, καλός, ἄμεμπτος, σπουδαῖος; see good. ⇢ Look up "excellent" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    253 bytes (27 words) - 09:17, 20 May 2020
  • P. and V. δεινός, σοφός, ἀγαθός, ἄκρος (Plato), Ar. and P. δεξιός, V. εὔχειρ, P. τεχνικός; see skilled. of things, well wrought: P. and V. καλός, ποικίλος
    651 bytes (57 words) - 08:53, 20 May 2020
  • ἐλεύθερος, ἀγλαός, ἀγδαβάτης, διογένητος, γεννάδας, γεννικός, γνήσιος, ἀγαθός
    1 KB (96 words) - 08:51, 20 May 2020
  • ἀποτελεσματικός, ἄπτωτος, ἀνεπίληπτος, ἀπαρέγκλιτος, ἀκακέμφατος, ἅπας, ἀγαθός, ἐνάρετος
    561 bytes (22 words) - 07:15, 22 August 2017
  • Étymologie: cf. lat. melior. ον, irreg. comp. of ἀγαθός: better. For implied meanings, see ἀγαθός. -ον, gen. -ονος • Morfología: [compar. ἀμεινότερος
    20 KB (1,860 words) - 14:25, 8 July 2020
  • του ἀγαθός, καλύτερος· ἐπὶ τὸ βέλτιον χωρεῖν, βελτιώνομαι, εξελίσσομαι, σε Θουκ. (πρβλ. βέλτερος). βελτίων: 2, gen. ονος (ῑ) compar. к ἀγαθός. attic
    9 KB (1,023 words) - 22:00, 7 July 2020
  • brave: P. and V. ἀνδρεῖος, ἀγαθός, θρασύς, τολμηρός, εὔψυχος, Ar. and V. ἄλκιμος (rare P.), V. εὔτολμος, εὐθαρσής (also Xen.), θρασύσπλαγχνος, ταλαίφρων
    1 KB (99 words) - 08:50, 20 May 2020
  • δεξιτερός, ἐνδέξιος, ἀπήμων, ἀριήκοος, ἐγκαίριος, ἀρατός, ἐναίσιμος, ἐθέλω, ἀγαθός
    267 bytes (12 words) - 06:38, 22 August 2017
  • ἀμιχθαλόεις, ἄφθονος, ἔγκαρπος, ἐγκαρπής, βλαστικός, γανώδης, δαψίλαιος, ἀγαθός, γόνιμος
    285 bytes (12 words) - 07:06, 22 August 2017
  • ἄρτιος, εἶἑν, βόνος, ἀγαθικός, ἀστεῖος, δοκανός, ἀλλά, ἁγνός, ἀξιόχρεως, ἀγαθός, δέ
    216 bytes (11 words) - 06:57, 22 August 2017
  • ἐνεδρευτικός, ἐνδέξιος, γλαφυρός, διαλεκτικός, δεινός, ἑκτικός, δεινόθυμος, ἀγαθός
    292 bytes (12 words) - 07:07, 22 August 2017
  • ἀγαθός, ἄφενος, γοῦν, ἐμμελής, βρίτον, εἶἑν, δόμα, δῆτα, ἀπρόσκοπος, ἀπρόσκοπτος, ἀλλά, δέ
    232 bytes (12 words) - 06:39, 22 August 2017
  • 62). much like ἀγαθός,] 1. good of his kind, good, brave, Hom., esp. in Il.;—also, rich, wealthy, Hes.: noble, opp. to κακός (v. ἀγαθός 1), εἴτ' εὐγενὴς
    19 KB (1,816 words) - 16:35, 8 July 2020
  • ἀνδρικός, ἀρείφατος, ἀνδρεῖος, ἀξιόχρεως, ἔνθυμος, ἀλκηστής, ἀγαθός, ἀνήρης, ἀνήρ, ἀρρενώδης
    233 bytes (10 words) - 07:23, 22 August 2017
  • διακονία, δούλωσις, ἀοζία, διακόνησις, δούλευμα, δρηστοσύνη, διακόνημα, ἀγαθός
    216 bytes (9 words) - 06:45, 22 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)