Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀγαθός" on this wiki. See also the other search results found.

  • pious, οἱ ἀγαθοί or ὁ ἀγαθός does not occur in so general a sense. The ἀνήρ ἀγαθός is peculiar only to the Proverbs (οὐδείς ἀγαθός εἰ μή εἷς ὁ Θεός. In
    69 KB (7,696 words) - 13:00, 3 October 2019
  • -ή, -ό (Α ἀγαθός, -ή, -όν) καλός, χρηστός, ενάρετος νεοελλ. 1. καλόψυχος, άκακος 2. υπερβολικά εύπιστος, αφελής, ανόητος 3. το ουδ. ως ουσ. το αγαθό αρχ
    5 KB (89 words) - 12:20, 14 January 2019
  • adj. Of persons or things: P. and V. ἀγαθός, χρηστός, καλός, σπουδαῖος, Ar. and V. ἐσθλός, V. κεδνός. Pious: P. and V. εὐσεβής, θεοσεβής, ὅσιος. Serviceable:
    3 KB (359 words) - 12:14, 26 August 2017
  • adj. P. and V. ἀγαθός, χρηστός, καλός, ἄμεμπτος, σπουδαῖος; see good. Look up excellent on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    227 bytes (28 words) - 09:40, 21 July 2017
  • η (Α ἀγαθότης) ἀγαθός καλοσύνη νεοελλ. υπερβολική καλοσύνη που φτάνει μέχρι βλακείας, αφέλεια αρχ. «ἡ σὴ ἀγαθότης», ως προσφών. σεβασμού. Αναζήτηση σε:
    336 bytes (29 words) - 06:24, 29 September 2017
  • αδημιούργητος 2. αυτός που κατάγεται από ταπεινή οικογένεια (αντίθ. του ἀγαθός) 3. άτεκνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερητ. + γένος. ΠΑΡ. αγένεια, αγενικός, άγενος]
    738 bytes (45 words) - 06:17, 29 September 2017
  • adj. P. and V. δεινός, σοφός, ἀγαθός, ἄκρος (Plat.), Ar. and P. δεξιός, V. εὔχειρ, P. τεχνικός; see skilled. Of things, well wrought: P. and V. καλός,
    548 bytes (58 words) - 10:03, 21 July 2017
  • ἐλεύθερος, ἀγλαός, ἀγδαβάτης, διογένητος, γεννάδας, γεννικός, γνήσιος, ἀγαθός
    1 KB (98 words) - 07:14, 22 August 2017
  • ἀποτελεσματικός, ἄπτωτος, ἀνεπίληπτος, ἀπαρέγκλιτος, ἀκακέμφατος, ἅπας, ἀγαθός, ἐνάρετος
    561 bytes (22 words) - 07:15, 22 August 2017
  • Étymologie: cf. lat. melior. ον, irreg. comp. of ἀγαθός: better. For implied meanings, see ἀγαθός. -ον, gen. -ονος • Morfología: [compar. ἀμεινότερος
    20 KB (1,860 words) - 14:20, 2 October 2019
  • του ἀγαθός, καλύτερος· ἐπὶ τὸ βέλτιον χωρεῖν, βελτιώνομαι, εξελίσσομαι, σε Θουκ. (πρβλ. βέλτερος). βελτίων: 2, gen. ονος (ῑ) compar. к ἀγαθός. attic
    9 KB (1,023 words) - 13:23, 3 October 2019
  • adj. Brave: P. and V. ἀνδρεῖος, ἀγαθός, θρασύς, τολμηρός, εὔψυχος, Ar. and V. ἄλκιμος (rare P.), V. εὔτολμος, εὐθαρσής (also Xen.), θρασύσπλαγχνος, ταλαίφρων
    1 KB (100 words) - 09:23, 21 July 2017
  • δεξιτερός, ἐνδέξιος, ἀπήμων, ἀριήκοος, ἐγκαίριος, ἀρατός, ἐναίσιμος, ἐθέλω, ἀγαθός
    267 bytes (12 words) - 06:38, 22 August 2017
  • ἀμιχθαλόεις, ἄφθονος, ἔγκαρπος, ἐγκαρπής, βλαστικός, γανώδης, δαψίλαιος, ἀγαθός, γόνιμος
    285 bytes (12 words) - 07:06, 22 August 2017
  • ἄρτιος, εἶἑν, βόνος, ἀγαθικός, ἀστεῖος, δοκανός, ἀλλά, ἁγνός, ἀξιόχρεως, ἀγαθός, δέ
    216 bytes (11 words) - 06:57, 22 August 2017
  • ἐνεδρευτικός, ἐνδέξιος, γλαφυρός, διαλεκτικός, δεινός, ἑκτικός, δεινόθυμος, ἀγαθός
    292 bytes (12 words) - 07:07, 22 August 2017
  • δεξιτερός, ἀκραής, ἐνδέξιος, ἀπήμων, ἀπαρατήρητος, ἀρείων, ἀγαθοποιός, ἀγαθός
    235 bytes (10 words) - 07:06, 22 August 2017
  • ἀγαθός, ἄφενος, γοῦν, ἐμμελής, βρίτον, εἶἑν, δόμα, δῆτα, ἀπρόσκοπος, ἀπρόσκοπτος, ἀλλά, δέ
    232 bytes (12 words) - 06:39, 22 August 2017
  • ἀνδρικός, ἀρείφατος, ἀνδρεῖος, ἀξιόχρεως, ἔνθυμος, ἀλκηστής, ἀγαθός, ἀνήρης, ἀνήρ, ἀρρενώδης
    233 bytes (10 words) - 07:23, 22 August 2017
  • διακονία, δούλωσις, ἀοζία, διακόνησις, δούλευμα, δρηστοσύνη, διακόνημα, ἀγαθός
    216 bytes (9 words) - 06:45, 22 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)