Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀδιάλλακτος" on this wiki. See also the other search results found.

  • irreconciliablemente ἀ. ... πρὸς ἡμᾶς ἔχειν D.H.6.56, cf. Plu.Brut.45. Source: ἀδιάλλακτος ἀδιάλλακτος: непримиримый (ἐχθρός Dem.; ἡγεμών, πόλεμος Plut.).
    2 KB (146 words) - 15:25, 1 July 2020
  • -η, -ο (Α ἀδιάλλακτος, -ον) 1. αυτός που δεν διαλλάσσεται, δεν δέχεται συμφιλίωση, ασυμβίβαστος. ασυμφιλίωτος, άσπονδος 2. α μετάπειστος, ανένδοτος. [ΕΤΥΜΟΛ
    643 bytes (36 words) - 06:33, 29 September 2017
  • ἄσπονδος, ἄσπειστος, δυσδιάλλακτος, ἀσυμβίβαστος, ἀκατάλλακτος, ἀδιάλλακτος, ἀνειρήνευτος, ἀσύμβατος
    241 bytes (8 words) - 07:10, 22 August 2017
  • P. ἀδιάλλακτος. contrary: P. and V. ἐναντίος. truceless: P. and V. ἄσπονδος; see also implacable. irreconcilable with: use P. and V. ἐναντίος (dat.).
    401 bytes (40 words) - 08:58, 20 May 2020
  • ἀκατάλλακτος, ἀδιάλλακτος
    74 bytes (2 words) - 07:10, 22 August 2017
  • ανώτερους στρατιωτικούς ή πολιτικούς) αυτός που υποστηρίζει δυναμικές λύσεις, αδιάλλακτος. [ΕΤΥΜΟΛ. γεράκι < μσν. γεράκι(ο)ν < (αρχ. αμάρτ., ιεράκιον, υποκορ. του
    1 KB (76 words) - 06:26, 29 September 2017
  • η αδιάλλακτος έλλειψη διαλλακτικότητας, ισχυρογνωμοσύνη, πείσμα, φανατισμός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    184 bytes (16 words) - 06:31, 29 September 2017
  • δημοκρατίᾳ δεινὰ ποιεῖν τοὺς ἠτυχηκότας ... ὑβρίζων D.18.132, τῆς δημοκρατίας ἀδιάλλακτος irreconciliable con la democracia D.8.43, 10.15, ἀποκαταστῆσαι δημοκρατίαν
    10 KB (984 words) - 12:11, 30 June 2020
  • έσχατος, τελευταίος νεοελλ. αυτός που παίρνει θέση τών άκρων, έξαλλος, αδιάλλακτος αρχ. 1. (για θεούς) αυτός που κατοικεί στα ύψη 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ
    648 bytes (58 words) - 06:48, 29 September 2017
  • δύναταί τες νὰ φιλιωθῇ, Ἡσύχ. ἐν λέξει ἀδιάλλακτος. -ον hostil Hsch.s.u. ἀσύμβατον. Source: ἀφιλίωτος -η, -ο αδιάλλακτος, άσπονδος. Αναζήτηση σε: Google
    765 bytes (49 words) - 20:15, 30 June 2020
  • δεν διασκορπίστηκε ή δεν έλειωσε 2. ανεξιχνίαστος αρχ. 1. ασυμφιλίωτος, αδιάλλακτος 2. άφθαρτος, ακατάλυτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερητ. + διαλύω. ΠΑΡ. νεοελλ.
    756 bytes (49 words) - 06:31, 29 September 2017
  • διακατέχεται από φανατισμό 2. (κατ' επέκτ.) τυφλά, αλόγιστα εμπαθής, αδιάλλακτος («είναι πολύ φανατικός σε ό,τι υποστηρίζει»). επίρρ... φανατικώς και
    1 KB (89 words) - 12:54, 29 September 2017
  • ἀδιάλλακτος
    43 bytes (1 word) - 07:17, 22 August 2017
  • συναλλασσόμενος μετ’ ἄλλων, ὁ διατελῶν ἄνευ σχέσεων κοινωνικῶν, ἀκοινώνητος, ἀδιάλλακτος, ἀνεπίμικτα τὰ τῶν θεῶν καὶ ἀνθρώπων ποιοῦσι καὶ ἀσυνάλλακτα Πλούτ. 2
    2 KB (130 words) - 15:05, 1 July 2020
  • σπονδή αυτός που δεν δέχεται σπονδές, που δεν δέχεται συνδιαλλαγή, ο αδιάλλακτος, ο σκληρός («άσπονδος εχθρός», «άσπονδο μίσος», «ἀσπόνδους ἔχθρας», «άσπονδη
    1 KB (83 words) - 06:21, 29 September 2017
  • 1. αυτός που δεν συμφιλιώθηκε με κάποιον 2. απρόθυμος για συμφιλίωση, αδιάλλακτος 3. (για πράγματα ή καταστάσεις) εντελώς διαφορετικός και ασυμβίβαστος
    424 bytes (35 words) - 06:59, 29 September 2017
  • μὲν γὰρ κατὰ στέρησιν καὶ ἕξιν ἀντίθεσις, πολεμικὴ καὶ ἀσύμβατός ἐστι, ἀδιάλλακτος, Πλούτ. 2. 946Ε· - τραῦμα ἀσύμβατον, μὴ θεραπευόμενον, Ἀρετ. 97: - Ἐπίρρ
    6 KB (503 words) - 12:40, 5 July 2020
  • ο (θηλ. εξτρεμίστρια, η) 1. οπαδός του εξτρεμισμού 2. αδιάλλακτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. extremiste < λατ. extremus «έσχατος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    367 bytes (25 words) - 07:10, 29 September 2017
  • grausam, θάλασσα Ant. Th. 69 (VII, 287). ἀπρήϋντος: -ον, Ἀττ. ἀπράϋντος, ἀδιάλλακτος, ἀνεξίλαστος, Ἀνθ. Π.7. 287. ος, ον : qu’on ne peut adoucir, implacable
    1 KB (72 words) - 12:55, 29 June 2020
  • αμετακίνητος, αδιάσειστος 2. (για πρόσ.) άκαμπτος σκληρός 3. μτφ. αμετάπειστος, αδιάλλακτος II. (το ουδ. στον εν. ως επίρρ.) ἀστεμφές σκληρά, άκαμπτα. Αναζήτηση
    420 bytes (36 words) - 06:59, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)