Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀζήτητος" on this wiki. See also the other search results found.

  • αἰτίας Hierocl.in CA 10, πιστεύειν Cyr.Al.Ep.Fest.12.5.21. Source: ἀζήτητος ἀζήτητος: не подлежащий исследованию Aeschin., Sext.
    2 KB (153 words) - 15:24, 31 December 2018
  • -η, -ο (Α ἀζήτητος, -ον) νεοελλ. 1. (για εμπορεύματα) αυτός που δεν τον ζητούν, που δεν έχει μεγάλη κατανάλωση, ο απούλητος 2. αυτός που εγκαταλείφθηκε
    832 bytes (53 words) - 06:18, 29 September 2017
  • ἀναμφίλεκτος, ἀδίστακτος, ἀναμφίβολος, ἀζήτητος, ἀδοιάστως
    149 bytes (5 words) - 07:21, 22 August 2017
  • ἀζήτητος, ἀνεξετάστως, ἀνεξέταστος, ἀθεωρητί
    118 bytes (4 words) - 18:28, 24 November 2019
  • ἀδίστακτος, ἀζήτητος
    64 bytes (2 words) - 07:17, 22 August 2017
  • ερευνά, σε Πλάτ. ἀνεξέταστος: 1) неисследованный, неразобранный (ἀ. καὶ ἀζήτητος Aeschin.; ἀ. καὶ ἀόριστος Dem.); 2) не посвященный исследованиям (βίος
    4 KB (321 words) - 17:14, 24 November 2019
  • ἀζήτητος
    37 bytes (1 word) - 07:21, 22 August 2017
  • ἀζήτητος
    37 bytes (1 word) - 06:41, 22 August 2017
  • ἀζήτητος
    37 bytes (1 word) - 07:17, 22 August 2017
  • σημ.) ελεύθερος, απαλλαγμένος από κάτι («ἀνδρῶν κακῶν ἔρημος πόλις») 3. αζήτητος 4. (το θηλ. του επιθ.) ἐρήμη (ενν. δίκη) η δίκη κατά την οποία απουσιάζει
    6 KB (446 words) - 11:20, 14 January 2019
  • ἀζήτητος
    37 bytes (1 word) - 07:17, 22 August 2017
  • και -σιά, η αζήτητος έλλειψη ζήτησης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    96 bytes (15 words) - 06:23, 29 September 2017
  • не подлежащий исследованию = ἀζήτητος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    41 bytes (39 words) - 16:45, 14 October 2019
  • a.C.), PFlor.380.3 (III a.C.). Source: ἀναίτητος ἀναίτητος, -ον (Α) αζήτητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀν- στερ. + αἰτητός < αἰτῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (108 words) - 16:40, 31 December 2018
  • ἀναπαίτητος, -ον) ἀπαιτῶ αυτός που δεν τον απαίτησε ή δεν τον απαιτεί κανείς, αζήτητος, αγύρευτος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (78 words) - 06:53, 29 September 2017
  • ἀναίτητος, -ον (Α) αζήτητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀν- στερ. + αἰτητός < αἰτῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    310 bytes (18 words) - 06:53, 29 September 2017
  • ἀναπαίτητος, -ον) ἀπαιτῶ αυτός που δεν τον απαίτησε ή δεν τον απαιτεί κανείς, αζήτητος, αγύρευτος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    234 bytes (27 words) - 06:53, 29 September 2017
  • σημ.) ελεύθερος, απαλλαγμένος από κάτι («ἀνδρῶν κακῶν ἔρημος πόλις») 3. αζήτητος 4. (το θηλ. του επιθ.) ἐρήμη (ενν. δίκη) η δίκη κατά την οποία απουσιάζει
    33 KB (2,851 words) - 14:45, 2 October 2019