Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀηδέω" on this wiki. See also the other search results found.

  • ἁδήσειεν in Od.1.134, cf. ἀηδῆσαι· κοπιάσαι, καμεῖν, Hsch., cf.EM23.26. ἀηδέω: αἰσθάνομαι ἀηδίαν πρός τι, δείπνῳ· ἀηδήσειεν, κατὰ τὸ Βιενν. Χειρόγρ. ἐν
    886 bytes (43 words) - 09:18, 5 August 2017
  • κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερητ. + -ηδὴς < ἡδὺς ή το ἥδομαι. ΠΑΡ. αηδία αρχ. ἀηδέω, ἀηδίζω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (75 words) - 06:33, 29 September 2017
  • ἀηδέω (Α) ἀηδής αισθάνομαι αηδία για κάτι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    119 bytes (16 words) - 06:26, 29 September 2017
  • δείπνῳ ἀδήσειεν, μήπως… αἰσθανθῇ ἀηδίαν πρὸς τὸ δεῖπνον, Ὀδ. Α. 134 (πρβλ. ἀηδέω)· καμάτῳ ἀδηκότες ἠδὲ καὶ ὕπνῳ, καταβεβλημένοι ἐκ τοῦ κόπου καὶ τοῦ ὕπνου
    4 KB (376 words) - 12:25, 9 January 2019
  • epische (hexametrische) Erweiterung von *ἀ̄δήμων auf, das zu *ἀ̄δέω aus ἀηδέω (von ἀηδής) gebildet worden sei. Vgl. Bechtel Lex. s. ἀδέω, Dial. 3, 268
    8 KB (910 words) - 13:05, 3 October 2019
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο)- + λήδεσθαι. Κατά μία άποψη, το β' συνθ. συνδέεται με τα ἀηδέω / ἀδέω «είμαι κουρασμένος, αισθάνομαι αηδία», τών οποίων και αποτελεί αλλοιωμένη
    1 KB (53 words) - 12:24, 29 September 2017
  • που απαντά στον Ησύχιο και σημαίνει «ατερπής», δυσάρεστος, δηλ. ᾱδέω < ἀηδέω. Στη β' περίπτωση η σημ. του ἀδέω (ᾱδήσειε, ἀδηκότα) που θα ψιλούται λόγω
    1 KB (96 words) - 06:25, 29 September 2017