Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀκαχύνω" on this wiki. See also the other search results found.

  • c., Hsch. • Etimología: Posiblemente de la raíz de ἄχος. Source: ἀκαχύνω ἀκαχύνω (Α) απαντά στους τύπους ἀκαχῡναι και ἀκαχυνέμεν. [ΕΤΥΜΟΛ. Αναδιπλασιασμένος
    1 KB (60 words) - 06:48, 29 September 2017
  • ἀνιάζω, βιοφορέομαι, ἀκαχύνω, διατρύχομαι, ἀνιάω, δακνάζω
    147 bytes (6 words) - 06:51, 22 August 2017
  • ἀκαχύνω, ἀνιάω, ἀκάχομαι, δειλιάω
    95 bytes (4 words) - 06:50, 22 August 2017
  • ἀκαχύνω (Α) απαντά στους τύπους ἀκαχῡναι και ἀκαχυνέμεν. [ΕΤΥΜΟΛ. Αναδιπλασιασμένος τ. ενεστώτα αντί ἄχομαι (ή ἀχέω) βλ. ἀκαχίζω. Αναζήτηση σε: Google
    348 bytes (27 words) - 06:48, 29 September 2017
  • παρακειμένου του ρ. ἄχομαι: ἤκαχε, ἀκάχησε, ἀκάχημαι, καθώς και τον ένεστ. τ. ἀκαχύνω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    712 bytes (57 words) - 10:30, 23 December 2018
  • ἁδέω, ἀηδής, ἀηδίζω, ἀκαχύνω, δυσκολέω, ἀντιχαλεπαίνω, διασιλλαίνω, ἀχέω
    184 bytes (8 words) - 07:05, 22 August 2017
  • παρακειμένου του ρ. ἄχομαι: ἤκαχε, ἀκάχησε, ἀκάχημαι, καθώς και τον ένεστ. τ. ἀκαχύνω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    7 KB (677 words) - 13:41, 2 October 2019
  • ein neues Präs. ἀκαχίζομαι, -ίζω; es kommen hinzu die seltenen Präsentia ἀκαχύνω (Antim.), ἀκάχομαι (Q. S.) und ἀχνάσδημι (Alk. 81), Umbildung auf -άζω von
    8 KB (877 words) - 14:13, 2 October 2019