Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀκαχύνω" on this wiki. See also the other search results found.

  • dolerse Antim.l.c., Hsch. • Etimología: Posiblemente de la raíz de ἄχος. ἀκαχύνω (Α) απαντά στους τύπους ἀκαχῡναι και ἀκαχυνέμεν. [ΕΤΥΜΟΛ. Αναδιπλασιασμένος
    1 KB (71 words) - 17:00, 31 December 2020
  • afligirse = ἀνιάζω, βιοφορέομαι, ἀκαχύνω, διατρύχομαι, ἀνιάω, δακνάζω * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal
    147 bytes (20 words) - 06:51, 22 August 2017
  • ἀκαχύνω (Α) απαντά στους τύπους ἀκαχῡναι και ἀκαχυνέμεν. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Αναδιπλασιασμένος τ. ενεστώτα αντί ἄχομαι (ή ἀχέω) βλ. ἀκαχίζω. * Αναζήτηση σε: Google
    355 bytes (27 words) - 22:50, 29 December 2020
  • dolerse = ἀκαχύνω, ἀνιάω, ἀκάχομαι, δειλιάω * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    95 bytes (18 words) - 06:50, 22 August 2017
  • παρακειμένου του ρ. ἄχομαι: ἤκαχε, ἀκάχησε, ἀκάχημαι, καθώς και τον ένεστ. τ. ἀκαχύνω]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    719 bytes (57 words) - 22:48, 29 December 2020
  • estar disgustado = ἁδέω, ἀηδής, ἀηδίζω, ἀκαχύνω, δυσκολέω, ἀντιχαλεπαίνω, διασιλλαίνω, ἀχέω * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation
    184 bytes (23 words) - 07:05, 22 August 2017
  • παρακειμένου του ρ. ἄχομαι: ἤκαχε, ἀκάχησε, ἀκάχημαι, καθώς και τον ένεστ. τ. ἀκαχύνω]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    7 KB (688 words) - 16:55, 31 December 2020
  • ein neues Präs. ἀκαχίζομαι, -ίζω; es kommen hinzu die seltenen Präsentia ἀκαχύνω (Antim.), ἀκάχομαι (Q. S.) und ἀχνάσδημι (Alk. 81), Umbildung auf -άζω von
    8 KB (888 words) - 00:25, 1 January 2021