Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀμφιβολία" on this wiki. See also the other search results found.

  • querella, PLond.1716.8 (VI a.C.), PMasp.305.21 (VI a.C.). Source: ἀμφιβολία η (Α ἀμφιβολία) ἀμφίβολος το να αμφιβάλλει κανείς για κάτι, ο δισταγμός, η αμφιταλάντευση
    5 KB (428 words) - 15:55, 9 January 2019
  • η (Α ἀμφιβολία) ἀμφίβολος το να αμφιβάλλει κανείς για κάτι, ο δισταγμός, η αμφιταλάντευση της συνείδησης να δεχθεί τη βεβαιότητα ή την αλήθεια ενός πράγματος
    546 bytes (50 words) - 06:25, 29 September 2017
  • διαμφισβήτησις, ἀμφιβολία, ἀπιστία, ἀπορία, ἀμφιλογία, ἀμφισβήτησις, ἀμφίλογος, διαγνοία, διστασία, δίστασις, διστασμός, ἀμφίγνοια, δίσταγμα, ἐνδοιασμός
    594 bytes (24 words) - 07:02, 22 August 2017
  • διαβολή, ἀμφιβολία, ἀθλοθετία, ἅμιλλα, ἔλεγξις, ἄθλευμα, ἀμφισβήτησις, διαδικασμός, ἀντίρρημα, διαπλήκτισις, διαπληκτισμός, ἁψιμαχία, ἀμφιβολή, ἀντιδικία
    543 bytes (22 words) - 07:02, 22 August 2017
  • ἀδηλία, ἀμφιβολία, δίσταγμα, ἐνδοιασμός, διαπόρησις, δισταγμός, ἀπαγής, ἀγνωσία, ἀφάνεια, ἀτέκμαρτος
    245 bytes (10 words) - 07:09, 22 August 2017
  • διττότης, διπλότης, ἀδηλία, διφασία, ἀμφιβολία, ἀμφίγλωσσος, ἀμφισβήτησις, δισσός, διπλόος, ἀμφιρρεπής
    247 bytes (10 words) - 06:38, 22 August 2017
  • Zweideutigkeit, ambiguitas (im allg., z.B. verborum). – amphibolĭa (ἀμφιβολία, in der Rhetorik). – ex am biguo dictum (zweideutige Äußerung; im Plur. auch
    373 bytes (38 words) - 08:47, 15 August 2017
  • έλλειψη τρόπου για διέξοδο από δυσχέρειες, στενοχώρια νεοελλ. δυσχέρεια, αμφιβολία, ενδοιασμός αρχ. έλλειψη μέσων και τρόπων για την ικανοποίηση βιοτικών
    470 bytes (36 words) - 06:51, 29 September 2017
  • «ἐν αμφιβὀλῳ εἰμί», βρίσκομαι σε αμφιβολία, αμφιβάλλω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφιβάλλω. Για τη σημ. βλ. λ. αμφιβάλλω. ΠΑΡ. αμφιβολία]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (130 words) - 06:52, 29 September 2017
  • η (Α ἀβεβαιότης) ἀβέβαιος 1. έλλειψη βεβαιότητας, αμφιβολία 2. ασάφεια, αοριστία αρχ. αστάθεια, ακαταστασία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    284 bytes (23 words) - 06:18, 29 September 2017
  • quĕrella, v. querela. ἐγκλημάτισις, ἀμφιβολία, ἀμφισβήτησις, ἔγκλησις, ἀμφιβολή, ἀντιδικία, δῆρις, δίκη, ἀντιλογία, αἰτίασις, ἔγκλημα, ἀγωγή querella
    461 bytes (28 words) - 05:51, 28 February 2019
  • ἑρμηνεύει, «ἀμφίβολοι, ἑκατέρωθεν περιβαλλόμενοι, ὡς Θουκυδίδης»: πρβλ. ἀμφιβολία. 2) ἐνεργ., ὁ ἀμφοτέρωθεν πλήττων, δίστομος, διπλῆν ἔχων αἰχμήν, (πρβλ
    14 KB (1,216 words) - 11:40, 10 January 2019
  • Zweifel, Plut. Apophth. Lac. p. 191 u. a. Sp. δισταγμός: ὁ, (διστάζω) ἀμφιβολία, ἐνδοιασμός, Πλούτ. 2. 214Ε. οῦ (ὁ) : doute, incertitude. Étymologie:
    1 KB (119 words) - 07:24, 31 December 2018
  • ο (Μ ἐνδοιασμός) δισταγμός, αμφιβολία, ταλάντευση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    129 bytes (15 words) - 06:32, 29 September 2017
  • η αμφιταλαντεύομαι αναποφασιστικότητα, διστακτικότητα, αμφιβολία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    157 bytes (14 words) - 06:52, 29 September 2017
  • 802Β· αἱ δ. τῆς ψυχῆς αὐτόθι 715F, ἴδε Ruhnk. Τιμ. ΙΙ. μεταφ., διπλότης, ἀμφιβολία, ἀμφιλογία, Πλούτ. 2. 441D· ἀσάφεια, αὐτόθι 407C. ΙΙΙ. τὸ κέντρον τοῦ σκορπίου
    4 KB (286 words) - 20:15, 4 January 2019
  • μαρτυρούνται αργότερα, συνδεόμενοι με τα λατ. simplus, duplus (γοτθ. tweifls «αμφιβολία»), στους οποίους εμπεριέχεται ρίζα pl- που απαντά επίσης στα λατ. simplex
    3 KB (187 words) - 10:40, 23 December 2018
  • οἰκεῖα τῆς παρούσης σκ. ὁ αὐτ. ἐν Ἠθικ. Νικ. 8. 1, 7, κτλ. 3) δισταγμός, ἀμφιβολία, μάλιστα ἐπὶ τῶν σκεπτικῶν ἢ Πυρρωνικῶν φιλοσόφων, Ἀνθ. Π. 7. 576· ἴδε
    8 KB (660 words) - 19:02, 6 October 2019
  • γ) «τέλειωσαν τα ψέματα» — είναι βεβαιωμένο γεγονός, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία μσν. καθιστώ κάποιον τέλειο χριστιανό με το βάπτισμα («ἀπάγουσι καὶ λουτρῷ
    4 KB (272 words) - 12:57, 29 September 2017
  • 22, Arr.Epict.2.20.18, S.E.M.8.389. 2 ininteligible λέξεις Plb.3.36.3, ἀμφιβολία Eust.866.56 •neutr. plu. subst. οἱ μὲν αὐληταὶ φυσῶντες ἀδιανόητα soplando
    3 KB (214 words) - 11:25, 10 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)