Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀναγκάζω" on this wiki. See also the other search results found.

  • ἀναγκἀζεσθαι Soph. El. 214. ἀναγκάζω: μέλλ. -άσω: πρκμ. ἠνάγκακα Πλάτ. Ἵππαρχ. 232Β: ὑπερσυντ. -ειν Δημ. 901. 20 (ἀνάγκη). Βιάζω, ἀναγκάζω, τὸ πλεῖστον μετ’ αἰτιατ
    21 KB (1,974 words) - 13:00, 3 October 2019
  • ἀναγκάζω) 1. πιέζω, υποχρεώνω, εξαναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι, επιβάλλω με τη βία 2. παρακινώ, παροτρύνω, προτρέπω μσν.- νεοελλ. πιέζω κάποιον στενοχωρώντας
    1 KB (76 words) - 06:52, 29 September 2017
  • ἀποβιάζομαι, ἐξαναγκάζω, διαναγκάζω, διαβιάζομαι, ἐκκρούω, διωθέω, ἄγω, ἐκβιάω, ἀναγκάζω, ἀγγαρεύω, βασανίζω, ἐκβιάζομαι, ἐκκόπτω, ἐντείνω
    570 bytes (26 words) - 07:07, 22 August 2017
  • υποχρεωτικά, αναπόφευκτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀναγκαστός ή απευθείας από το ρ. ἀναγκάζω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    643 bytes (49 words) - 06:53, 29 September 2017
  • βιάζω, ἐγκαταλαμβάνω, ἀναθεματίζω, ἐξαναγκάζω, διαβιάζομαι, ἄγω, ἐκβιάω, ἀναγκάζω, ἐκβιβάζω, εἰσαναγκάζω, ἀγγαρεύω, ἐνυποτάσσω, ἐγκατέχω
    371 bytes (16 words) - 07:14, 22 August 2017
  • βιάω, ἐγκελεύω, βιάζω, ἐγείρω, ἐκκλείω, διασπεύδω, ἐνοχλέω, διενοχλέω, ἀναγκάζω, ἔγκειμαι
    222 bytes (10 words) - 06:46, 22 August 2017
  • ἐξαποστέλλω, ἐκτάσσω, ἀναιρέω, διέπω, ἄρχω, ἀντεπιτάσσω, ἀρχεύω, ἀποστέλλω, ἀναγκάζω, βραβεύω, διαπέμπω
    377 bytes (16 words) - 07:12, 22 August 2017
  • + ἀγκών. Κατ' άλλη τέλος άποψη, πρόκειται για μεταρρηματικό τ. του ρ. ἀναγκάζω, με κύρια σημασία «παίρνω στα χέρια». Μειονέκτημα όλων αυτών τών ερμηνειών»
    6 KB (412 words) - 06:52, 29 September 2017
  • ἀναρτίζω, αἰκίζω, ἀναγκάζω, βασανίζω, διαστρέφω, ἀποστρεβλόω, ἐκβασανίζω, διαστρεβλόω
    209 bytes (8 words) - 07:23, 22 August 2017
  • ὁ αὐτ. π. Ἄρθρ. 792. 2) ἀναγκάζω προσέτι, καὶ τῇ ἄλλῃ μελέτῃ προσαναγκάζοντες, Θουκ. 6. 72. ΙΙ. μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ., ἀναγκάζω τινὰ νὰ πράξῃ τι, βίῃ με
    9 KB (736 words) - 11:00, 10 January 2019
  • φθείρω, καταστρέφω («τὰ δάκρυα δαπανοῡν με», «φλὸξ δαπανᾷ πάντα») αρχ. αναγκάζω κάποιον να κάνει έξοδα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    553 bytes (48 words) - 07:02, 29 September 2017
  • ḫenkan ‘muerte fatídica’, ai. naś-, lat. nex, etc., 3) derivado regresivo de ἀναγκάζω, que vendría de ἀνά y ἀγκών ‘brazo’, 4) ἀν- privativo y ἀγκών, 5) relacionable
    46 KB (4,541 words) - 13:02, 3 October 2019
  • (AM ἐξαναγκάζω) επιβάλλω, υποχρεώνω, αναγκάζω με σωματική ή ψυχολογική βία, καταναγκάζω α. «η επιμονή του μέ εξανάγκασε να δεχθώ» β. «μήν τηνε ξαναγκάσουσι
    834 bytes (68 words) - 07:09, 29 September 2017
  • ‒ Ἐπίρρ. -τῶς Πλάτ. Ἀξ. 366Α. ή, όν : contraint, forcé. Étymologie: ἀναγκάζω. -ή, -όν 1 obligado, forzado de pers., Hdt.6.58, D.C.36.53.4, στρατεύοντες
    3 KB (210 words) - 16:10, 9 January 2019
  • -ή, -ό (Α ἀναγκαστός, -ή, -όν) ἀναγκάζω αυτός που κάνει κάτι βιαστικά, ο βιαστικός αρχ. αυτός που εξαναγκάζεται, που πιέζεται να κάνει κάτι. Αναζήτηση
    311 bytes (32 words) - 06:23, 29 September 2017
  • το (Α ἀνάγκασμα) ἀναγκάζω 1. βία, εξαναγκασμός 2. παρότρυνση, προτροπή 3. υποχρεωτική και χωρίς αμοιβή προσωπική εργασία, αγγαρεία. Αναζήτηση σε: Google
    324 bytes (27 words) - 06:52, 29 September 2017
  • εἴλω, βιάζω, ἀναγκάζω
    68 bytes (3 words) - 06:46, 22 August 2017
  • forcer; 2 violenter ; torturer. Étymologie: κατά, ἀναγκάζω. (AM καταναγκάζω) (αναγκάζω] αναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι διά της βίας, εξαναγκάζω (α.
    5 KB (388 words) - 12:35, 15 February 2019
  • τεντώνω το ιστίο για να επιταχύνω την πλεύση 10. τεντώνοντας το χαλινάρι αναγκάζω άλογο να τρέξει 11. εντείνω ένα πάθος («ἐκτείνω τον θυμόν», Ανδ.) 12. παθ
    2 KB (146 words) - 07:07, 29 September 2017
  • N. T., z. B. Matth. 5, 41. 27, 32. ἀγγᾰρεύω: ἀναγκάζω τινὰ νὰ ὑπηρετῇ ὡς ἄγγαρος, ἢ καθόλου, ἀναγκάζω τινὰ εἰς ὑπηρεσίαν, μεταγ. Λατ. angariare, Εὐαγ
    7 KB (812 words) - 13:05, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)