Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀναγνωστέον" on this wiki. See also the other search results found.

  • Sch.E.Andr. 1044. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ἀναγνωστέον: ῥημ. ἐπίθ., πρέπει τις νὰ ἀναγνώσῃ, ἀναφέρεται ἐκ τοῦ Ἀθην. hay que
    883 bytes (71 words) - 18:30, 31 December 2020
  • nisi legendum (nisi leg.) = unless to be read; Greek: εἰμὴ ἀναγνωστέον
    104 bytes (11 words) - 18:58, 19 March 2021
  • αὐτῷ τῷ τόπῳ, αὐτόθ’ ἔασε κεῖσθαι Ἰλ. Ε. 847, κτλ.· παρ’ αὐτόθι, (εἰ μὴ ἀναγνωστέον αὐτόφι) Ψ. 147· ὡσαύτως παρ’ Ἡροδ. 1. 93., 2. 44, 56, κ. ἀλλ.· συχν. παρ’
    5 KB (473 words) - 15:05, 1 January 2021
  • A levelling, τῆς γῆς LXX Ba. 5.7, cf. Orib.49.12.1. II καθ' ὁμαλισμὸν ἀναγνωστέον one must read without a rise of pitch, of enclitics, Sch.A.Ag.937, Sch
    2 KB (183 words) - 18:08, 26 March 2021
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works μᾰτίζω: ματεύω, Ἡσύχ. (ἂν μὴ ἀναγνωστέον ματῆσαι, ἐκ τοῦ ματέω). (Α ματίζω) νεοελλ. 1. αυξάνω το μήκος κάποιου
    1 KB (94 words) - 14:40, 30 December 2020
  • General | Authors & Works κοπιώδης: -ες, = κοπώδης (ἂν μὴ τοῦτ’ αὐτὸ ἀναγνωστέον), Ἱππ. Ἐπιδημ. 1. 982, Ἀριστ. Προβλ. 5. 40, 1. -ες (Α κοπιώδης, -ῶδες)
    1 KB (98 words) - 13:00, 30 December 2020
  • two syllables, A.D.Pron.87.2, al.; of one word into two, κατὰ διαίρεσιν ἀναγνωστέον Ath.11.492a, cf. Trypho Trop.1.8. VII in Metric, division of a line at
    22 KB (2,390 words) - 10:37, 10 January 2021
  • κόρακος: ὁ, εἶδος ἰχθύος, Ξενοκρ. 12· ― ἐν Σπευσίππ. παρ’ Ἀθην. 105Β, ἀναγνωστέον κάραβον. ΙΙ. ἴδε ἐν λ. Κόραξοι. gén. sg. de κόραξ. κόρακος, ὁ (Α)
    2 KB (132 words) - 12:20, 28 March 2021
  • General | Authors & Works ἰχνηλᾰτία: ἡ, = τῷ προηγ., Πολυδ. Ε΄, 11· ἀναγνωστέον ἰχνηλασία, Λοβέκ. εἰς Φρύνιχ. 507. ἰχνηλατία και ἰχνηλατεία, ἡ (Α) πιθ
    726 bytes (57 words) - 21:25, 7 July 2020
  • dim. von χοινίκη, Sp. χοινίκιον: τό, ὑποκορ. τοῦ χοινικὶς ΙΙ (εἰ μὴ ἀναγνωστέον χοινικίδα), Κέλσ. 8. 3. τὸ, Α βλ. χοινίκι. * Αναζήτηση σε: Google |
    1,000 bytes (101 words) - 13:15, 28 January 2021
  • (Σχόλ.), ὁ αὐτ. ἐν Πλ. 862, 950· ― χρυσίον κόμμασιν ἀποσμώμενον (οὕτως ἀναγνωστέον ἀντὶ ἀποσπ-), καθαριζόμενον διὰ κτυπημάτων τῆς νομισματοκοπικῆς σφραγῖδος
    10 KB (867 words) - 13:15, 13 March 2021
  • Ὀρφ. Ἀργ. 492 ― Παθ., πλημμυρῶ, αὐτόθι 713. ― Παρ’ Ἡσυχ. ἀντὶ πλημμυρὸν ἀναγνωστέον πλημμῦρον (ὡς μετοχ.), Λοβεκ. Παθολ. 273. Α βλ. πλημμυρώ. * Αναζήτηση
    1 KB (97 words) - 02:16, 1 January 2019
  • 1046. μονοσίδηρος: [ῐ], -ον, μόνον ἐκ σιδήρου πεποιημένος· ἴσως οὕτως ἀναγνωστέον ἐν Ἀριστοφ. Ἱππ. 1046· πρβλ. μονόξυλος. μονοσίδηρος, -ον (Α) κατασκευασμένος
    728 bytes (49 words) - 07:39, 29 September 2017
  • ἐπὶ τῆς θαλάσσης, ἥσυχος, γαλήνιος, στ. χεῦμα Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 274 (ἂν μὴ ἀναγνωστέον χεῖμα)· βύθος Διον. Ἁλ. 1. 71· ἡ στ. (ἐξυπακ. θάλασσα) Ἀνθ. Π. 10. 17
    18 KB (1,486 words) - 08:50, 14 March 2021
  • Εὐρ. Ἀποσπ. 881. 4, Πλάτ., κλπ.· στολίδος κροκόεσσαν... τρυφὰν (οὕτως ἀναγνωστέον ἀντὶ στολίδα... τρυφᾶς) Εὐρ. Φοίν. 1491· ― ἐν τῷ πληθ., τρυφαί, πολυτέλειαι
    9 KB (747 words) - 13:51, 31 December 2020
  • λογικῇ, Φίλων ἐν Στοβ. Ἐκλ. 2. 44, Σουΐδ, κτλ. [ῠ] ἐν Νικ. Ἀποσπ. 12 ἀναγνωστέον παραφυιάς, πρβλ. δεκάφυιος]. άδος (ἡ) : I. pousse partant de la racine
    4 KB (314 words) - 19:25, 30 December 2020
  • Ἀποστ. κα΄, 34. ΙΙΙ. = παρεξειρεσία, (ὃ ἴδε), Πολύβ. 21. 5, 4, εἰμὴ ἀναγνωστέον παραβολαί. ΙV. φράσις πυκτευτικὴ καὶ παλαιστική, π. βάλλειν, τὸ ἀνατρέπειν
    11 KB (987 words) - 19:31, 30 December 2020
  • τέχνη), ἡ, = τῷ προηγ., Πλάτ. Εὐθύδ. 289C. Ἐπίρρ. αὐλοποιικῶς, οὕτως ἀναγνωστέον ἐν Πολυδ. Ζ΄, 153 ἀντὶ αὐλοποιητικῶς. [From αὐλοποιός sc. τέχνη, flute-making
    386 bytes (26 words) - 20:10, 9 January 2019
  • Ἱστ. 5. 14, 3, περὶ Ζ. Γεν. 1. 18, 2, κ. ἀλλ. ΙΙ. = τριχίασις Ι (εἰ μὴ ἀναγνωστέον τοῦτ’ αὐτό), Ἱππ. 406. 41, Ἀκτουάρ. π. Οὔρ. 2. 7. τρίχωσις -εως, ἡ [θρίξ]
    2 KB (142 words) - 13:06, 31 December 2020
  • ἡ, ὁ ἔχων πυκνὰς τρίχας, κοινῶς «πυκνότριχος», ὁ, Νόνν. Δ. 36. 302· ἀναγνωστέον: πυκιν-. και πυκινόθριξ, -τριχος, ὁ, ἡ Α αυτός που έχει πυκνό, δασύ
    1 KB (82 words) - 22:45, 30 December 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)