Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀναλογία" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ἀναλογία: ἡ (ἀνάλογος), ισότητα λόγων, αναλογία, σε Πλάτ. κ.λπ. ἀναλογία: ἡ 1) мат. пропорция Plat.: ἡ ἀ. ἰσότης
    13 KB (1,219 words) - 18:35, 31 December 2020
  • η (Α ἀναλογία) 1. ορθή λογική σχέση 2. συμμετρική σχέση ανάμεσα σε δύο ποσά ή πράγματα που συγκρίνονται, αντιστοιχία, αρμονική σχέση, συμμετρία 3. η ομοιότητα
    2 KB (144 words) - 06:53, 29 September 2017
  • likeness: P. ὁμοιότης, ἡ. proportion: P. λόγος, ὁ, ἀναλογία, ἡ (Plato). ⇢ Look up "analogy" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    297 bytes (28 words) - 18:50, 9 December 2020
  • P. ἀναλογία, ἡ. in proportion: P. κατὰ λόγον. in the same proportion: P. κατὰ ταὐτά, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον, ἀνὰ τὸν αὐτὸν λόγον. in proportion to: P. ἀνὰ
    756 bytes (72 words) - 10:55, 10 December 2020
  • semejanza = εἴδησις, εἰκών, ἀδελφότης, ἀναλογία, ἀφομοιωματικός, ἀφομοίωσις, ἀνθομοίωμα, ἐμφέρεια, ἀφομοιότης, γειτνίασις * Look up in: Google | Wiktionary
    265 bytes (24 words) - 07:20, 22 August 2017
  • concludere). – Analogie, als entsprechendes richtiges Verhälinis, analogĭa (ἀναλογία), rein lat. proportio. – als ähnliches Verhältnis, similitudo – nach A
    692 bytes (72 words) - 09:51, 15 August 2017
  • progresión = αὔξησις, ἀντιπερίστασις, ἔλευσις, ἐξαναλογία, ἀναλογία, ἄνοδος, ἀνάβασις * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based
    183 bytes (21 words) - 07:16, 22 August 2017
  • correspondencia = ἀνταπόδοσις, ἀντεπιστροφή, ἀντιπαράθεσις, ἀντακολουθία, ἀναλογία, ἀνταπόκρισις * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation
    192 bytes (20 words) - 06:48, 22 August 2017
  • συμμετρική τοποθέτηση, το να βρίσκεται κάτι απέναντι σε κάτι άλλο νεοελλ. η αναλογία, η σχέση ομοιότητας ή συμφωνίας. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    319 bytes (31 words) - 06:56, 29 September 2017
  • μερτικό (το ουδ. ως επίρρ.) ανάλογον αναλογικά, κατ' αναλογία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα- + λόγος. ΠΑΡ. αναλογία, αναλογιστικός, αναλογώ νεοελλ. αναλογίζω]. * Αναζήτηση
    1 KB (71 words) - 06:53, 29 September 2017
  • skilled therein, ἄνθρωπος Id.Grg.453e. II arithmetical, μέσα Archyt.2; ἀναλογία Arist.EN1106a35; τὸ ἓν ἁπλῶς οὐκ ἦν ἀ. Dam.Pr.117; ἡ ἀριθμητική (sc. τέχνη)
    6 KB (515 words) - 14:50, 5 April 2021
  • ἀρχή A.D.Adv. 141.29; regular, according to rule, διαφοραί Gal.7.417; ἀναλογία Eust. 113.40, etc. Adv -κῶς Artem.1.1a. 2 connected with assessment (cf
    10 KB (852 words) - 14:35, 5 April 2021
  • ănălŏgĭa: ae, f., = ἀναλογία, I the resemblance or agreement of several things; in gram., the analogy of language, analogy, Varr. L. L. 9, 4 al. (in Cic
    2 KB (237 words) - 23:00, 27 February 2019
  • proporción = ἐμμετρία, ἀναλογισμός, ἀναλογία, ἀνάλογος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    112 bytes (18 words) - 07:16, 22 August 2017
  • C.44.39, etc.; π. ταχύ Anaxag.9: neut. pl. as Adv., X.Cyr.1.5.9. II π. ἀναλογία, prob. geometrical progression, Arist.APo.78a1. III πολλαπλάσιον, τό, a
    10 KB (914 words) - 14:20, 27 March 2021
  • νεοελλ. 1. (για πλοίο) είσοδος σε λιμάνι, άφιξη, στάθμευση 2. ομοιότητα, αναλογία, αντιστοιχία 3. (σχετικά με θέμα, ζήτημα, πρόβλημα) αντιμετώπιση, εξέταση
    799 bytes (55 words) - 12:22, 29 September 2017
  • τὰ Φυσ. 10. 3, 7, πρβλ. 3. 2, 18, Ἠθικ. Νικ. 5. 5, 14. ΙΙ. ἡ προσήκουσα ἀναλογία, ἀντίθετον τῷ ἀμετρία, εἷς τῶν χαρακτήρων τοῦ καλοῦ καὶ ἀγαθοῦ, Πλάτ. Φίληβ
    12 KB (992 words) - 19:00, 25 March 2021
  • 318e; σκέψις σ. τοῖς πρότερον Thphr.CP 6.3.3. 3 Math., of proportions, σ. ἀναλογία continued proportion (opp. διῃρημένη), i.e. three terms in geometrical
    27 KB (2,299 words) - 18:10, 25 March 2021
  • Antias, Fest. s. v. penatis, p. 253 Müll.: id optime assequitur quae Graece ἀναλογία, Latine (audendum est enim, quoniam haec primum a nobis novantur) comparatio
    1 KB (228 words) - 05:40, 28 February 2019
  • < έκφρ. ἀνὰ μέσον. Ο αναβιβασμός του τόνου (στο ανάμεσον) γίνεται κατ' αναλογία προς το ανάμεσα, ενώ ο τονισμός στη λήγουσα (αναμεσόν) προήλθε από συνεκφορά
    2 KB (151 words) - 10:50, 23 December 2018

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)