Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀνηλεής" on this wiki. See also the other search results found.

  • desagrado ὁκόσοι τὸν οἶνον πίνουσιν ἀνηλεῶς Hp.Aff.40. Source: ἀνηλεής (AM ἀνηλεής, -ές) ο δίχως έλεος, άσπλαχνος, σκληρός. Αναζήτηση σε: Google |
    3 KB (270 words) - 16:05, 9 January 2019
  • (AM ἀνηλεής, -ές) ο δίχως έλεος, άσπλαχνος, σκληρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    131 bytes (17 words) - 06:54, 29 September 2017
  • ἀνελεεινός, ἀπηλεγής, ἀφιλοικτίρμων, ἀνοίκτειρος, ἀνίλεως, ἀνηλεής, ἀδυσώπητος, ἀναιδής, ἀνηλέητος, ἀνελεήμων
    266 bytes (10 words) - 07:01, 22 August 2017
  • ἀνίλεως, ἀνηλεής, ἀνελεήμων
    81 bytes (3 words) - 07:01, 22 August 2017
  • αυτός που δεν έχει μέσα του σπλάχνα, που δεν έχει καρδιά, ο άκαρδος, ο ανηλεής, ο απάνθρωπος αρχ. 1. ο δειλός 2. αυτός που δεν τρώει σπλάχνα ζώων. [ΕΤΥΜΟΛ
    724 bytes (52 words) - 06:22, 29 September 2017
  • -η, -ο (AM ἀνελέητος, -ον) ο χωρίς έλεος, ανηλεής, σκληρός νεοελλ. αυτός που δεν βρίσκει έλεος, επιείκεια, βοήθεια, ελεημοσύνη. Αναζήτηση σε: Google |
    296 bytes (28 words) - 06:20, 29 September 2017
  • δυσχερής, ἀνηλεής, δύσκολος
    79 bytes (3 words) - 06:58, 22 August 2017
  •    A v. ἀνηλεής. ἀνηλής: ἴδε ἐν λέξει ἀνηλεής. v. ἀνηλεής. Source: ἀνηλής
    462 bytes (12 words) - 12:13, 21 August 2017
  • άσπλαχνος, άστοργος αρχ. (για πράγματα) 1. αυτός που δεν προξενεί πόνο, λύπη 2. ανηλεής, σκληρός 3. (για πρόσωπα) μη ευαίσθητος, απρόθυμος για εκδίκηση (Θουκ. Γ
    1,012 bytes (65 words) - 06:41, 29 September 2017
  • 246· (νή-, ἔλεος)· - ποιητ. ἐπίθετ. (παρὰ τοῖς πεζογράφοις ἐνίοτε ἀνηλεής, -εῶς), ἀνηλεής, σκληρός, ἄσπλαγχνος, νηλὴς Ἰλ. Ι. 632 (628)· νηλέϊ χαλκῷ, ἀνηλεεῖ
    9 KB (887 words) - 15:20, 2 October 2019
  • ές,    A v. νηλής; cf. ἀνηλεής. νηλεής: -ές, ἴδε νηλής, καὶ πρβλ. ἀνηλεής. ής, ές : 1 impitoyable; 2 qui n’inspire pas de pitié, qu’on ne pleure pas ;
    7 KB (679 words) - 15:30, 2 October 2019
  • ἐν Ὀδ. Λ. 598, ὁ λίθος τοῦ Σισύφου καλεῖται λᾶας ἀναιδής, ὁ σκληρός, ὁ ἀνηλεής, (πρβλ. Ἰλ. Δ. 521, Ν. 139)˙ μετέπειτα, πότμος ἀν. Πινδ. Ο. 10 (11). ἐν
    12 KB (1,117 words) - 11:40, 10 January 2019
  • 659.8, AP7.303 (Antip. Sid.). ἀνοικτίρμων: -ον, ονος, ὁ μὴ οἰκτίρμων, ἀνηλεής, ἄσπλαγχνος, Σοφ. Ἀποσπ. 587, Ἀνθ. Π. 7. 303. ων, ον ; gén. ονος; sans
    1 KB (88 words) - 16:15, 9 January 2019
  • v. ἀνηλεής 2. Source: ἀνελεῶς
    41 bytes (5 words) - 12:13, 21 August 2017
  • -η, -ο ανηλεής, ανελέητος, σκληρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    94 bytes (14 words) - 06:54, 29 September 2017
  • φύσεως β. καὶ θεοῖς ἐχθρόν D.21.150; σκαιὸς καὶ β. τὸν τρόπον Id.26.17; β. ἀνηλεής τε Men.Epit.477: Comp. -ώτερος X. Eph.2.4: Sup., πάντων βαρβαρώτατος θεῶν
    35 KB (3,821 words) - 13:15, 3 October 2019
  • ελεώ αρχ. ελεαίρω, ελεόν. ΣΥΝΘ. πολυέλεος αρχ. ανελεής, φιλέλεος νεοελλ. ανηλεής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    3 KB (257 words) - 20:50, 22 December 2018
  • ὀδύνης, ἀνάλγητα (δηλ. πράγματα) «χωρὶς βάσανα» Σοφ. Τρ. 126. 2) σκληρός, ἀνηλεής, πῶς ἀπαλλάξω βιοτὰν [ἐμὰν] τοῦδ’ ἀναλγήτου πάθους; Εὐρ. Ἱππ. 1386· (κατὰ
    8 KB (652 words) - 11:35, 10 January 2019
  • ἐπίθ. τοῦ θανάτου καὶ πολέμου, ὁ κακῶς κοιμίζων τινά, ἑπομένως, σκληρός, ἀνηλεής, δυσηλεγέος θανάτοιο, δ. πολέμοιο Ὀδ. Χ. 325, Ἰλ. Υ. 154· οὕτω, πηγάδες
    4 KB (329 words) - 11:15, 26 February 2019
  • (για όσπρια) αυτός που βράζει δύσκολα, ο κακόβραστος 4. σκληρός, άκαμπτος, ανηλεής (η λέξη και στον Παπαδιαμάντη, «πέλαγος άπειρον και ατέραμνον» — φοβερό
    1 KB (70 words) - 11:10, 23 December 2018

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)