Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀντιδιαστολή" on this wiki. See also the other search results found.

  • [Seite 251] ἡ, Unterscheidung durch Entgegenstellung, Unterschied, Sp. ἀντιδιαστολή: ἡ, ἐξ ἀντιπαραθέσεως διάκρισις, πρὸς ἀντιδιαστολὴν τούτων φησὶν Κλήμ
    2 KB (161 words) - 19:25, 31 December 2020
  • η (Α ἀντιδιαστολή) η διάκριση δύο πραγμάτων μεταξύ τους με αντιπαράθεση. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    170 bytes (20 words) - 06:55, 29 September 2017
  • ἀντιστοιχία, ἀκρονυχία, ἀλλοδοξία, ἐναντίωμα, ἀντιδιάστασις, ἀντιδιάθεσις, ἀντιδιαστολή, ἀντέξωσις, διακώλυσις, ἐναντίωσις, ἀντίπτωσις, ἀντιλογία, ἀντιπάθεια
    777 bytes (43 words) - 06:46, 22 August 2017
  • ἐμπρέπεια, ἐντιμότης, διαίρεσις, ἐμφανισμός, διαφορά, ἀντιδιάθεσις, ἀντιδιαστολή, δῶρον, αἰδώς, διάκρισις, διαφυή, διάστασις, διόρισις, διορισμός, διαστολή
    624 bytes (40 words) - 07:02, 22 August 2017
  • ή να σχολιάσει 2. γραπτό έργο, σε αντιδιαστολή με τα λόγια 3. ό,τι έχει γραφεί από αρχαίο συγγραφέα, σε αντιδιαστολή με τα υπομνήματα ή τα σχόλια και τη
    690 bytes (60 words) - 07:23, 29 September 2017
  • μορφή και τον χαρακτήρα νεοελλ. 1. άνθρωπος νεαρής ηλικίας, νεαρός, σε αντιδιαστολή προς τους ηλικιωμένους («τώρα που είσαι παιδί διασκέδαζε όσο μπορείς»)
    2 KB (199 words) - 20:25, 26 March 2021
  • τ. τήμερον και τήμερα Α επίρρ. αυτή την ημέρα, την παρούσα ημέρα, σε αντιδιαστολή προς τη χθεσινή και προς την αυριανή (α. «δεν θα τελειώσουν τη δουλειά
    3 KB (214 words) - 22:55, 27 March 2021
  • dilatación en sentido contrario = ἀντιδιαστολή * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    45 bytes (18 words) - 06:40, 22 August 2017
  • ακολουθεί τη σειρά τών λέξεων του πρωτοτύπου και τίς αποδίδει πιστά, σε αντιδιαστολή με την ελεύθερη απόδοση β) «επί λέξει» — αυτολεξεί γ) «λέξη προς λέξη»
    4 KB (311 words) - 14:20, 23 August 2021
  • τελευταίος φθόγγος της λέξης, τα οποία δίνουν σαφή παράσταση του τύπου της, σε αντιδιαστολή προς το θέμα ή στέλεχος αρχ. 1. η τελευταία συλλαβή στίχου, κυρίως ο
    808 bytes (65 words) - 07:22, 29 September 2017
  • την ενέργεια της αναζήτησης βοήθειας και της χρησιμοποίησης της, σε αντιδιαστολή προς το ουδ. χρῆμα, που δηλώνει αυτό στο οποίο καταφεύγει κανείς για
    2 KB (193 words) - 16:55, 6 December 2018
  • βαριά εξοπλισμένος ο οποίος έφερε δόρυ, θώρακα και μεγάλη ασπίδα, σε αντιδιαστολή προς τον ψιλό, τον ιππέα, τον τοξότη και τον γυμνήτη («σὺν τοῖς ὁπλίτησι
    2 KB (176 words) - 18:00, 25 March 2021
  • κλείσιμο («τῶν διοδευθησομένων χωρίων συναίρεσις», Σωρ.) 3. περιορισμός, σε αντιδιαστολή προς την αύξηση 4. (για διαστήματα και αποστάσεις) σμίκρυνση 5. γενίκευση
    3 KB (262 words) - 12:36, 29 September 2017
  • ἰδιῶται», Δημοσθ.) αρχ. 1. στρατιώτης, σε αντιδιαστολή με τους αξιωματικούς 2. ο μη ειδικός, σε αντιδιαστολή με τον ειδικό («καὶ ἰατρὸς καὶ ἰδιώτης», Θουκ
    4 KB (271 words) - 18:05, 23 August 2021
  • υπάρχουν πραγματικά, ο αντικειμενικός κόσμος, το πραγματικά δεδομένο, σε αντιδιαστολή προς το φανταστικό, το νοούμενο ή παριστάμενο, καθετί το ανεξάρτητο από
    1 KB (86 words) - 12:05, 29 September 2017
  • το χρονικό διάστημα πριν από αυτή τη στιγμή, ο χρόνος που πέρασε, σε αντιδιαστολή με το παρόν και το μέλλον («αυτά συνέβησαν κατά το παρελθόν») 2. ό,τι
    1 KB (85 words) - 12:14, 29 September 2017
  • ἄλλως φιλόπονος», Ξεν.) 2. το κορμί, η υλική υπόσταση του ανθρώπου, σε αντιδιαστολή προς την ψυχή ή το πνεύμα (α. «είμαι η ψυχή και ντύθηκα το σώμα για να
    17 KB (1,209 words) - 18:10, 29 January 2022
  • τ. στενοχωρίη Α στενόχωρος 1. στενότητα χώρου, ανεπαρκής χώρος, σε αντιδιαστολή με την ευρυχωρία 2. μτφ. α) ψυχική αδιαθεσία, θλίψη (α. «αρρώστησε από
    2 KB (121 words) - 18:45, 25 March 2021
  • πληθ. ως ουσ.) τα ορατά αυτά που υποπίπτουν στην αίσθηση της όρασης, σε αντιδιαστολή προς τα νοητά. επίρρ... ορατώς (Α ὁρατῶς) με την όραση, με τα μάτια
    987 bytes (82 words) - 12:10, 29 September 2017
  • ρουφηξιά, γουλιά κρασιού μσν.-αρχ. ρευστή, πυκνόρρευστη ή πολτώδης τροφή, σε αντιδιαστολή προς τη στερεά ή την υγρή· * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    512 bytes (44 words) - 12:27, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)