Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀπέναντι" on this wiki. See also the other search results found.

  • 86; bei Sp., N. T., gegen u. vor, τινός. ἀπέναντι: ἐπίρρ. (ἔναντι) κατέναντι, μετὰ γεν., κατὰ τὴν ἀπέναντι ταύτης πλευρὰν Πολύβ. 1. 86, 3, Συλλ. Ἐπιγρ
    6 KB (619 words) - 13:10, 3 October 2019
  • (AM ἀπέναντι) επίρρ. έναντι, αντίκρυ νεοελλ. 1. ενώπιον, κατά πρόσωπον 2. σε σχέση με («απέναντί μου έδειξε καλοσύνη») 3. για μερική απόσβεση («έδωσε απέναντι
    424 bytes (35 words) - 06:21, 29 September 2017
  • ἔναντι) επίρρ. απέναντι, αντίκρυ, αγνάντια, ενώπιον («ἰδού ἡ γυνή σου ἔναντί σου», ΠΔ Γέν.) νεοελλ. 1. εν συγκρίσει, σχετικά με 2. (λογιστ.) απέναντι, σε αντίκρισμα
    534 bytes (44 words) - 07:08, 29 September 2017
  • ἀντίξοος, ἀντίπαλος, ἀντιπαράθετος, ἀντιταγής, ἀντίτακτος, ἀπεναντίον, ἀπέναντι, ἄντικρυς, ἀλλότριος, ἀποσπεύδω, διάφορος, ἐναντιόομαι, ἐναγωγός, ἀντίθετος
    618 bytes (23 words) - 07:14, 22 August 2017
  • (I) και αντίς πρόθ. (AM ἀντί) 1. (για τόπο) απέναντι, αντίκρυ «στάθηκε αντί στο πέλαγο κι αντί στ' άγριο το κύμα» (δημοτ. τραγ.) «μηδ' ἀντ' ἠελίου τετραμμένος
    5 KB (386 words) - 12:25, 15 February 2019
  • ἐναντιπέρα, ἀντιπέραν, ἀπέναντι, ἄντικρυς, ἐνῶπα, ἔξαντα, ἐξαντίαι, ἔναντι, ἀπαντίον, εἰσάντα, ἐνωπαδίς, ἔναντα, ἀπαντικρύ, ἀντιπέρας, ἐξάντης, ἀντίος
    367 bytes (16 words) - 07:04, 22 August 2017
  • 1637, Σάθας) 2. (τοπικ.) απέναντι, αντίκρυ, αντικριστά («σταίνουσιν οἱ δυο τωνε ἐνάντιον τὰ κοντάρια», Ιμπ.) 3. (αναφορά) απέναντι σε κάποιον («ὅσα ἐφταίξαμεν
    2 KB (149 words) - 12:20, 15 February 2019
  • ἀπέναντι, ἄντα, ἄντικρυς, ἐμπρός, ἔμπροσθεν, ἔναντι, ἀντί, ἔναντα, ἀπό, ἐναντίος, ἀντίος
    227 bytes (11 words) - 07:01, 22 August 2017
  • Metaphys. 6, 17; τῇ φύσει Arr. Epict. 1, 22, 9. κατάλληλος: -ον, ὁ κείμενος ἀπέναντι τοῦ ἄλλου, ἀντίστοιχος, ἀρμόδιος, πόροι «(ἀντιτιθέμενοι τοῖς παραλλάττουσιν)
    7 KB (530 words) - 10:48, 31 December 2018
  • ἴδε Arnold ἐν τόπῳ· οἱ ἐπὶ τοῦ ἀπέναντι μέρους, Πλουτ. Μάρ. 23· ἡ ὄχθη ἡ π. Ἀρρ. Ἀνάβ. 5. 10. ΙΙ. κατέναντι, ἀπέναντι, μετὰ γεν., πέρην ἱερῆς Εὐβοίης
    23 KB (2,245 words) - 14:15, 3 October 2019
  • ἀντί: πρόθ. συντασσομένη μετὰ γενικῆς:― ἡ ἀρχικὴ αὐτῆς σημασία εἶναι: ἀπέναντι, ἀντικρύ. (Ἐκ √ ΑΝΤ παράγονται ὡσαύτως τὰ ἄντα, ἄντην, ἀντίος (ἄπιος ἐκ
    60 KB (6,129 words) - 13:15, 3 October 2019
  • η (Α ἀντιστοιχία) η συμμετρική τοποθέτηση, το να βρίσκεται κάτι απέναντι σε κάτι άλλο νεοελλ. η αναλογία, η σχέση ομοιότητας ή συμφωνίας. Αναζήτηση σε:
    319 bytes (31 words) - 06:56, 29 September 2017
  • διαβάσεως εἰς τὸ ἀπέναντι μέρος, ἔξω τῶν νέων τειχῶν ἢ ἐν ἄλλοις περάμασιν Ἰουστινιαν. Νεαρ. 59, 5. 2) πέρασμα, διάβασις εἰς τὸ ἀπέναντι μέρος ποταμοῦ, Ἀθαν
    2 KB (155 words) - 12:04, 29 September 2017
  • (Α διεκπεραιῶ, -όω) εκπεραιώ 1. στέλνω στο απέναντι μέρος, στην απέναντι όχθη 2. παθ. διέρχομαι, περνώ απέναντι νεοελλ. 1. φέρω εις πέρας, εκτελώ εντολή
    557 bytes (44 words) - 07:05, 29 September 2017
  • και ομπρός και μπρος (Μ ἐμπρός και ὀμπρός και μπρος) 1. τοπ. μπροστά, απέναντι, αντίκρυ, ενώπιον (για στάση ή κίνηση) 2. χρον. προηγουμένως, πριν 3. (ως
    1 KB (113 words) - 06:28, 29 September 2017
  • Ὁμηρικῷ ἀντῑκρύ, κατ’ εὐθεῖαν ἀπέναντι, πρυτάνεων καταντῐκρὺ Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 87· ἐς τὰ κ. Κυθήρων, εἰς τὰ μέρη τὰ ἀπέναντι τῶν Κυθήρων, Θουκ. 7. 26· κ. ᾗ
    11 KB (1,033 words) - 11:50, 26 February 2019
  • δόκιμον) Σᾰλᾰμὶν [ῑ], γεν. -ῖνος, ἡ, νῆσος καὶ πόλις ὁμώνυμος, ἀκριβῶς ἀπέναντι τῶν Ἀθηνῶν, Ἰλ., κλπ. ΙΙ. πόλις τῆς Κύπρου ἱδρυθεῖσα ὑπὸ Τεύκρου τοῦ ἐκ
    426 bytes (36 words) - 11:10, 5 August 2017
  • διαπερῶ, -άω) περνώ 1. διατρυπώ, περνώ πέρα ώς πέρα 2. περνώ, μεταφέρω απέναντι, διαπεραιώνω 3. εισχωρώ, διεισδύω αρχ. 1. διαβαίνω, διαπεραιώνομαι 2. διέρχομαι
    637 bytes (48 words) - 07:03, 29 September 2017
  • κ. -κω 1. στέκομαι απέναντι 2. προβάλλω αντίσταση, εναντιώνομαι με λόγια ή έργα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    205 bytes (22 words) - 06:23, 29 September 2017
  • ομοιότητας ή αναλογίας αρχ. 1. αυτός που βρίσκεται συμμετρικά τοποθετημένος απέναντι σε κάποιον 2. ίσος, όμοιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αντι - + -στοιχος < στοίχος «γραμμή
    826 bytes (52 words) - 10:40, 23 December 2018

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)