Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀπίθανος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Demóstenes ἀπίθανος ὢν πρὸς τὴν ὑποψίαν ταύτην Aeschin.2.3, ἀ. πρὸς ὁμιλίαν Plu.2.819c. II no persuasivo, no convincente de pers., c. inf. ἀπίθανος ... εἴμ'
    8 KB (678 words) - 11:35, 10 January 2019
  • -η, -ο (AM ἀπίθανος, -ον) (για πράγματα) ο μη πιθανός, μη ευλογοφανής, απίστευτος νεοελλ. (για πρόσωπα μτφ.) εξαίρετος, θαυμάσιος αρχ. (για πρόσωπα) 1
    502 bytes (45 words) - 06:56, 29 September 2017
  • ἀσύνετος, ἄλογος, ἀλογία, ἀσύμφορος, ἀβύρβηλος, ἄβουλος, ἀποκληρωτικός, ἀπίθανος, ἀτοπία, ἄτοπος, ἀπορρήγνυμι
    462 bytes (19 words) - 06:45, 22 August 2017
  • ἄπιστος, ἀπίθανος, ἄτοπος
    77 bytes (3 words) - 07:10, 22 August 2017
  • -η, -ο (AM ἀνήκουστος, -ον) πρωτάκουστος, απίθανος, φοβερός αρχ. 1. αυτός που δεν μπορεί να ακουστεί 2. ενεργ. ο απρόθυμος να υπακούσει, ανυπάκουος 3.
    472 bytes (41 words) - 06:39, 29 September 2017
  • -η, -ο 1. αυτός που δεν μπορεί να γίνει πιστευτός, ο απίθανος 2. πρωτάκουστος, εκπληκτικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    215 bytes (24 words) - 06:56, 29 September 2017
  • ἄκριτος, ἄπιστος, ἀθεσία, ἀπίθανος
    98 bytes (4 words) - 06:48, 22 August 2017
  • αναγνώριση και υπόληψη, αφανής, άσημος αρχ. 1. πρόστυχος, αισχρός, ατιμωτικός 2. απίθανος, απροσδόκητος 3. (για τους ευνούχους) αξιοκαταφρόνητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερητ
    747 bytes (46 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀπιθής, ἀπίθανος
    56 bytes (2 words) - 07:13, 22 August 2017
  • ἀστάθμητος, ἀπίθανος
    64 bytes (2 words) - 06:37, 22 August 2017
  • -ξως, Πλουτ. Θησ. 35. ΙΙ. = παράδοξος, ἀπροσδόκητος, Σοφ. Ἀποσπ. 71,. ἀπίθανος, κατ’ ἀντίθ. πρὸς τὸ ἔνδοξος, Ἀριστ. Τοπ. 8. 6, 1, κτλ.· τὰ ἀδοξότατα λέγειν
    5 KB (408 words) - 11:55, 10 January 2019
  • adv. sans vraisemblance. Étymologie: ἀπίθανος. ἀπιθάνως: неправдоподобно, неубедительно Isocr., Plut.
    220 bytes (10 words) - 06:28, 31 December 2018
  • πειστικότητος Ἰώσηπ. κατὰ Ἀπίωνος 1. 34. ητος (ἡ) : invraisemblance. Étymologie: ἀπίθανος. -ητος, ἡ inverosimilitud ἡ τῆς αἰτίας ἀπιθανότης Aeschin.2.64, cf. I
    2 KB (89 words) - 16:20, 9 January 2019
  • ἀπίθανος
    37 bytes (1 word) - 06:44, 22 August 2017
  • ἀπίθανος
    37 bytes (1 word) - 07:14, 22 August 2017
  • ἀπίθανος
    37 bytes (1 word) - 06:38, 22 August 2017
  • ἀπίθανος
    37 bytes (1 word) - 07:14, 22 August 2017
  • 333c, ποιήσας τὴν σύνταξιν τῆς δικαιολογίας, ἣ ... ἄ. ἐφαίνετο καὶ ... ἀπίθανος Plb.30.4.11. 2 de pers. y comportamientos humanos malvado, ilícito op.
    17 KB (1,610 words) - 13:10, 3 October 2019
  • [Παρὰ λίαν μεταγεν. εὑρίσκομεν μῠθος, Ἰακωψ. Ἀνθ. Π. σελ. Ixiv, 416.] Ἀπίθανος ἡ ἐτυμολογία ἐκ τοῦ μύω, ὅπερ ἔχει ἀείποτε τὴν σημασίαν κλείω τὰ χείλη
    37 KB (3,008 words) - 14:05, 3 October 2019
  • ἀπίθανος
    37 bytes (1 word) - 06:54, 22 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)