Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀποβολή" on this wiki. See also the other search results found.

  • 同義字:1) (ἀποβολή)被棄之物 2) (ζημία)損害 出現次數:總共(2);徒(1);羅(1) 譯字彙編: 1) 丟棄(1) 羅11:15; 2) 失喪(1) 徒27:22 ἀποβολή = loss, loss of ⇢ Look up "ἀποβολή" on Google
    7 KB (712 words) - 14:46, 8 July 2020
  • η (AM ἀποβολή) αποβάλλω 1. αποπομπή, απόρριψη 2. (Γραμμ.) η φωνολογική διαδικασία της πλήρους σίγησης φωνήματος μέσα στη λέξη νεοελλ. 1. ποινή κατά την
    1 KB (90 words) - 06:56, 29 September 2017
  • ζημία, ἡ, βλαβή, ἡ, βλάβος, τό. loss of: P. ἀποβολή, ἡ (gen.), ὄλεθρος, ὁ (gen.). loss of money: P. ἀποβολή χρημάτων, ἡ (Plato, Laches 195E), χρημάτων ὄλεθρος
    1 KB (139 words) - 08:50, 20 May 2020
  • ἀποβολή χρημάτων = loss of money ⇢ Look up "ἀποβολή χρημάτων" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English
    55 bytes (27 words) - 20:35, 3 July 2020
  • ἐγχώρησις, ἀβοηθησία, ἀτημέλεια, ἀπόλειψις, ἀποποίησις, ἔνδομα, ἀποβολή, ἐκβολή, ἀποτροπή, ἀπόθεσις, ἐγκατάλειψις, ἀπουσία, ἀποστάσιον, ἀθεραπευσία, ἀπόγνωσις
    734 bytes (30 words) - 06:49, 22 August 2017
  • ἀποβολή, ἀπορροή, ἀπουσία, ἀπέλευσις, ἀλλαγή, διαμάρτησις, ἔκλειψις, ἔκπτωσις, ἀπώλεια, διαφθορά, ἄτη, ἀπόκτησις, ἔξαρσις, ἔκρισις, ἔκροια, ἐλλιπής, ἀπάλλαξις
    577 bytes (25 words) - 07:15, 22 August 2017
  • ἀποβολή, ἀνταπόδοσις, ἀπόληψις, ἔκτισις, ἀναγωγή, ἀποκατάστασις, ἀπόδοσις, ἀνακομιδή
    210 bytes (8 words) - 07:02, 22 August 2017
  • ἀφόρασις, ἀποβολή, ἀτιμία, διαβολή, ἀποσκορακισμός, ἀπευδοκίμησις, ἀδοξία
    184 bytes (7 words) - 07:01, 22 August 2017
  • the reek of sacrifice: Ar. ἱερόθυτος καπνός, ὁ; see reek. Met., loss: P. ἀποβολή, ἡ. you alone of the Greeks ought to make this sacrifice for us: P. ὀφείλετε
    5 KB (444 words) - 09:15, 20 May 2020
  • η (Α ἔκτρωσις) πρόωρη αποβολή του εμβρύου από τη μήτρα, αυτόματη ή τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης αρχ. άμβλωση, αποβολή, πρόωρη γέννηση. Αναζήτηση σε:
    315 bytes (30 words) - 07:07, 29 September 2017
  • αρχ. 1. εξέγερση, στάση, κίνημα 2. αναχώρηση, αποδημία 3. εγκατάλειψη, αποβολή 4. ολίσθημα 5. παρακμή 6. ιατρ. απόστημα που βγάζει πύον, συνεκδ. η πυόρροια
    1 KB (85 words) - 06:21, 29 September 2017
  • ἀφαίρεσις) 1. η απόσπαση, ο αποχωρισμός ενός μέρους από ένα σύνολο 2. η αποβολή του αρχικού φωνήεντος μιας λέξης 3. η αντίστροφη πράξη της πρόσθεσης στα
    1 KB (88 words) - 14:39, 5 January 2020
  • ἀποβολή, ὄλεθρος ⇢ Look up "loss of" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    69 bytes (20 words) - 09:50, 23 May 2020
  • ἀποβολή, ἐκβολή
    54 bytes (2 words) - 06:50, 22 August 2017
  • confiscation: P. δήμευσις, ἡ. loss: P. ἀποβολή, ἡ. ⇢ Look up "forfeiture" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    217 bytes (25 words) - 09:13, 20 May 2020
  • 326· ἡ τοῦ μισθοῦ λ. Πλάτ. Πολ. 346D ἀντίθετ. τῷ ἀπόδοσις αὐτόθι 332A· τῷ ἀποβολή, Ἀριστ. Ρητ. 1. 6, 6· ἐν τῷ πληθ., παραλαβαί, εἰσπράξεις, Πλάτ. Πολ. 343D
    7 KB (617 words) - 09:15, 8 July 2020
  • Ν η σιαγόνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιαγόνι-ον, υποκορ. του αρχ. σιαγών, -όνος, με αποβολή του -ι- (πρβλ. σάλιο: σίαλον, ψαθί: ψιάθιον)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    381 bytes (30 words) - 12:27, 29 September 2017
  • δίφθογγο, π.χ. αγαπάω: αγαπώ, γέα: γῆ, τιμάεις: τιμᾷς νεοελλ. χημ. προοδευτική αποβολή του υγρού μέσου διασποράς από μια διογκωμένη πηκτή ως αποτέλεσμα ορισμένης
    3 KB (262 words) - 12:36, 29 September 2017
  • η (AM ἔξωσις) εξωθώ βίαιη αποβολή ή εκδίωξη μσν.- νεοελλ. (για ηγεμόνες και αρχιερείς) εκθρόνιση νεοελλ. 1. αποβολή του μισθωτή από ακίνητο με δικαστική
    522 bytes (43 words) - 06:34, 29 September 2017
  • ανώτερη τάξη ή δεν κάνω δεκτό σε εισιτήριες εξετάσεις II. (-ρίχνω) 1. παθαίνω αποβολή, γεννώ πρόωρα 2. (για λόγο ή μυστικό) εμπιστεύομαι, εκμυστηρεύομαι III.
    1 KB (94 words) - 06:26, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)