Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀποκτέννω" on this wiki. See also the other search results found.

  • τῇ κακίᾳ αὐτοῦ LXX Sap.16.14. Source: ἀποκτέννω ἀποκτέννω: μεταγεν. τύπος αντί ἀποκτείνω, σε Ανθ. ἀποκτέννω: (только praes.) NT, Anth. = ἀποκτείνω
    4 KB (566 words) - 13:13, 3 October 2019
  • δάμνημι, αἱματόω, ἀποπνίγω, ἀποτήκω, ἀναιρέω, εἰσαπόλλυμι, διαχειρίζω, δηΐω, ἀποκτέννω, ἀποκτιννύω, ἀποκυπαρόω, ἀποκτείνυμι, ἀναλόω, διασφάττω, ἐναίρω, ἀναλίσκω
    1 KB (47 words) - 07:13, 22 August 2017
  • outright; figuratively, to destroy: put to death, kill, slay. and Aeolic, ἀποκτέννω (L T Tr; G L T Tr; L T Tr; T Tr; cf. Fritzsche on Mark , p. 507f; (Tdf
    18 KB (2,167 words) - 13:10, 3 October 2019
  • ι)*=取為己有,挑選)組成。 同義字:1) (ἀναιρέω)拿起,殺害 2) (ἀνατρέπω)顛覆 3) (ἀποκτείνω / ἀποκτέννω)殺害 4) (ἀπόλλυμι)全毀 5) (ἀφανίζω)滅沒 6) (διαφθείρω)全然敗壞 7) (διαχειρίζω)下手處決
    40 KB (4,112 words) - 13:01, 3 October 2019
  • Winer's Grammar, 48. On the interchange of ν, and νν in such words as ἀποκτέννω (ἀποκτενῶ), ἐκχύννω (ἐκχύνω), ἔνατος (ἔννατος), ἐνενήκοντα (ἐννενηκοντα)
    3 KB (633 words) - 14:05, 3 October 2019