Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀποσκοπέω" on this wiki. See also the other search results found.

  • Procop.Goth.4.15.15 •en v. med. τὸ μέλλον Plu.Pomp.79. Source: ἀποσκοπέω ἀποσκοπέω: μέλ. -σκέψομαι, 1. στρέφω το βλέμμα μου μακριά από άλλα αντικείμενα
    6 KB (532 words) - 16:30, 9 January 2019
  • ἀνασκέπτομαι, διαφροντίζω, δοκιμάζω, ἐμβλέπω, ἐγκαθοράω, διαδοξάζω, ἄγω, ἀποσκοπέω, ἀποβλέπω, ἀθρέω, ἀποθεωρέω, διανοέομαι, ἐνθυμίζομαι, ἐνθύμιος, ἀπολαμβάνω
    742 bytes (31 words) - 06:53, 22 August 2017
  • ἐνατενίζω, ἐμβλέπω, ἀναβλέπω, δρωπάζω, βλεπάζω, ἐγγλαυκόω, ἐκδέρκομαι, ἀποσκοπέω, ἀνασκοπέω, εἰσβλέπω, εἰσδέρκομαι, ἐκβλέπω, δερκιάομαι, δεύκω, εἰσοράω
    655 bytes (29 words) - 07:12, 22 August 2017
  • γυμνάζω, διακωδωνίζω, ἐγκύπτω, ἀνακρίνω, ἀνερευνάω, διαζητέω, διαμετρέω, ἀποσκοπέω, εἰσοράω, διακινέω, ἐλέγχω, ἐξακριβόω, ἀνετάζω, ἀμφιφράζομαι, ἐνθυμέομαι
    685 bytes (28 words) - 07:05, 22 August 2017
  • εἰσθεάομαι, ἐγκαταθρέω, ἀμφιδέρκομαι, ἀναθρέω, εἰσαθρέω, ἐμβλέπω, ἀποσκοπέω, εἰσοράω, ἀθρέω, ἀτενίζω, ἐνθεωρέω, εἰσλεύσσω, αὐγάζω, δέρκομαι, βλέπω, ἀφοράω
    409 bytes (18 words) - 06:40, 22 August 2017
  • διαπαρατηρέομαι, διατηρέω, ἀποσαλεύω, ἀποσκοπέω, διασκέπτομαι, διαφυλάσσω, ἐγρήσσω, ἀθερώσσω, βλέπω, δραγατεύω, διοπωπεύω
    286 bytes (11 words) - 07:23, 22 August 2017
  • ἀποσκέπτομαι, διέρχομαι, ἐναριθμέω, διαλαμβάνω, ἐγκαθοράω, ἀποσκοπέω, ἀποβλέπω, ἐκλογίζομαι, ἐλλογέω, ἐμπάζομαι
    268 bytes (10 words) - 07:22, 22 August 2017
  • found in pres. (v. ἀποσκοπέὠ,) fut. ἀποσκέψομαι. aor. ἀπεσκεψάμην:—   A examine, Plu.3.582d, ἔς τι Hp.Mul.1.11. [Seite 324] = ἀποσκοπέω, w. m. s. ἀποσκέπτομαι:
    2 KB (119 words) - 17:04, 31 December 2018
  • 114. [Seite 325] von fern beobachten, Qu. Sm. 6, 114. ἀποσκοπιάζω: ἀποσκοπέω, Κόϊντ. Σμ. 6. 114. observar desde lejos Q.S.6.114. Source: ἀποσκοπιάζω
    618 bytes (29 words) - 11:55, 21 August 2017
  • смотреть издали = ἀποσκοπέω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    43 bytes (38 words) - 02:55, 14 October 2019
  • θηέομαι, θαέομαι, δέρκομαι, εἰσβλέπω, ἐσβλέπω, κατόσσομαι, εἰσοράω, ἐσοράω, ἀποσκοπέω, βλέπω, ὁράω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό
    831 bytes (72 words) - 17:40, 18 October 2019
  • внимательно взирать = ἀποσκοπέω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    43 bytes (38 words) - 03:50, 14 October 2019
  • ἀνέκαθεν, ἀνέκαθε, ἄγκαθεν, ἄνωθεν, ἄνωθε, προσκάθημαι, προσκάτημαι, ἀποσκοπέω Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    545 bytes (62 words) - 18:15, 18 October 2019