Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀπροστάτευτος" on this wiki. See also the other search results found.

  • προστάτης seiend, Sp. ἀπροστάτευτος: [ᾰ], -ον, «ὁ μὴ ἔχων προστασίαν τινὸς» Ἡσύχ., Ἰωσήπ. Ἀρχ. Ἰ. 20. 8, 8· ἀγέλη ἐρήμη καὶ ἀπροστάτευτος, ἄνευ ἡγεμόνος, Αἰλ
    2 KB (159 words) - 20:50, 31 December 2020
  • -η, -ο (AM ἀπροστάτευτος, -ον) αυτός που δεν προστατεύεται, ο ανυπεράσπιστος νεοελλ. (για τόπο) ανοχύρωτος, αφρούρητος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    268 bytes (25 words) - 06:58, 29 September 2017
  • -η, -ο απροστάτευτος, ανυποστήρικτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν- στερ. + υπερασπίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1849 στον Θ. Παπάζογλου]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    367 bytes (26 words) - 06:23, 29 September 2017
  • falta de protección = γύμνωσις, ἀπροστάτευτος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    69 bytes (18 words) - 06:51, 22 August 2017
  • que no tiene protección = ἀπροστάτευτος, ἀπροστάτης * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    74 bytes (19 words) - 06:52, 22 August 2017
  • ἀπερίφρακτος: -ον, ὁ μὴ περιπεφραγμένος, μεταφορ. ἀπροστάτευτος, Βασ. τ. 1. σ. 940D. -ον no amurallado, carente de protección fig. οὐκ ἀ. καταλιμπάνων
    423 bytes (39 words) - 12:04, 21 August 2017
  • ο ακάλυπτος νεοελλ. 1. εκείνος που έχει ακάλυπτο το κεφάλι του 2. ο απροστάτευτος 3. εκείνος που λέγεται χωρίς προσπάθεια συγκάλυψης, απροκάλυπτα («τ'
    553 bytes (48 words) - 06:59, 29 September 2017
  • καλαμιά στον κάμπο» (για τέλεια εγκατάλειψη) έμεινε έρημος, απομονωμένος, απροστάτευτος 4. καλαμιώνας μσν. χωράφι στο οποίο απομένει μέρος από τα στελέχη του
    789 bytes (65 words) - 06:37, 29 September 2017
  • que no tiene jefe o guía = ἀπρόστατος, ἀπροστάτευτος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    74 bytes (21 words) - 07:18, 22 August 2017
  • ἀσυνόδευτος: -ον, μὴ συνοδευόμενος, γυμνός, ἀβοήθητος, ἀπροστάτευτος, ἀσυνόδευτος, Ἐφρ. Σύρ. τ. 3. σ. 262Ε. ΙΙ. ὁ μὴ συνοδεύων τινά, μὴ μετ’ αὐτοῦ περιπατῶν
    540 bytes (53 words) - 12:18, 21 August 2017
  • Click links below for lookup in third sources: ον, = ἀπροστάτευτος (without a leader, without a guide), dub. in DC. 78.20. * Abbreviations: ALL | General
    463 bytes (40 words) - 16:32, 22 January 2021
  • -η, -ο αυτός που δεν έχει υποστήριξη, απροστάτευτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν- στερ. + υποστηρίζω. Η λ. μαρτυρείται στον Ιάκωβο Ρίζο Νερουλό]. * Αναζήτηση σε: Google
    388 bytes (28 words) - 06:56, 29 September 2017
  • ἀπερίφρακτος, -ον) ο δίχως περίφραξη, απεριτοίχιστος, αμάνδρωτος αρχ. απροστάτευτος, ανυπεράσπιστος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    286 bytes (24 words) - 06:21, 29 September 2017
  • είναι στο χέρι του, εξαρτάται από την κρίση του μσν. είμαι ακάλυπτος, απροστάτευτος αρχ. είμαι παραμελημένος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    665 bytes (51 words) - 06:57, 29 September 2017
  • προκαταβολικά για να πει ή να κάνει κάτι 3. που δεν έχει κηδεμόνα, ο απροστάτευτος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    401 bytes (41 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ημερών επανέρχεται κάθε 400 έτη στ) «δεν έχω στον ήλιο μοίρα» — είμαι απροστάτευτος ή δεν έχω καθόλου χρήματα ζ) «θα πάω εκεί που ψήνει ο ήλιος το ψωμί»
    8 KB (663 words) - 13:00, 28 March 2021
  • Click links below for lookup in third sources: ον, = ἀπροστάτευτος (without a leader, without a guide), M.Ant 12.14 ; οἶκος Hierocl. p. 54A. * Abbreviations:
    998 bytes (92 words) - 16:32, 22 January 2021
  • Works [Seite 226] ές, nicht umzäunt, Qu. Sm. 3, 493. ἀνερκής: -ές, ἀπροστάτευτος, ἀφύλακτος, Κόϊντ. Σμ. 3. 494. -ές no protegido στρατὸν εὐρὺν ἀνερκέα
    809 bytes (59 words) - 19:00, 31 December 2020
  • κηδεμονεύω αυτός για τον οποίο δεν φροντίζει κανείς, παραμελημένος, απροστάτευτος νεοελλ. (για ανηλίκους και υπεξουσίους) αυτός που δεν διατελεί υπό κηδεμονία
    400 bytes (35 words) - 06:48, 29 September 2017
  • τὴν ἀναγκαίαν σκευήν, ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 7. 5· ― ἄοπλος, ἀνυπεράσπιστος, ἀπροστάτευτος, Σοφ. Φιλ. 953. IV. ψιλὸς λόγος, δηλ. πεζὸς λόγος, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς
    52 KB (4,802 words) - 12:40, 20 April 2021

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)