Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀστή" on this wiki. See also the other search results found.

  • Sch.Ar.Au.828 •pero tb. como adj. γυνὴ ἀστή Hdt.1.173; cf. ἀστός. ἀστή: ἡ, θηλ. του ἀστός, σε Ηρόδ. κ.λπ. ἀστή: ἡ горожанка, гражданка Her., Arph.
    2 KB (206 words) - 15:05, 8 July 2020
  • -ης, ἡ 1 asta δώροις δεδωρημένῳ ... [στε] φάνῳ τειχικῷ ἅστῃ καθαρᾷ οὐηξίλλῳ IEphesos 680.16 (I/II d.C.). 2 de ahí subasta pública del lat. hasta por la
    374 bytes (44 words) - 12:18, 21 August 2017
  • ο (θηλ. αστή, η) (AM ἀστός, ἀστή) 1. ο κάτοικος της πόλης νεοελλ. 1. όποιος ανήκει στην αστική τάξη, σε αντίθεση με τον εργάτη ή τον αγρότη 2. όποιος πρεσβεύει
    3 KB (178 words) - 11:10, 23 December 2018
  • 2 en plu. el pueblo llano op. οἱ ἀγαθοί Pi.P.3.71; cf. ἀστή. ο (θηλ. αστή, η) (AM ἀστός, ἀστή) 1. ο κάτοικος της πόλης νεοελλ. 1. όποιος ανήκει στην
    12 KB (1,159 words) - 16:15, 1 January 2021
  • ciudadana = ἀστή * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    29 bytes (15 words) - 06:58, 22 August 2017
  • , as IG2.584.7, 22.463.76; it is a disyll. in E.El.298, Ba. 840): pl., A ἄστη Id.Supp.952; ἄστεα Hdt.1.5:—town, ἄ. μέγα Πριάμοιο Il.2.332, al.: with name
    21 KB (2,029 words) - 10:50, 10 January 2021
  • гражданка = ἀστή, πολῖτις, πολιῆτις * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    77 bytes (39 words) - 21:00, 13 October 2019
  • горожанка = ἀστή, πολῖτις * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    54 bytes (38 words) - 05:05, 14 October 2019
  • verwüstet, ἄστη δὲ πυρπόλα θήσει Phlegon Mrab. 3. πυρπόλος: ὁ διὰ πυρὸς καταστρέφων, κεραυνὸς Εὐρ. Ἱκέτ. 640· πρβλ. πυρπολέω ΙΙ. ΙΙ. Παθητ., ἄστη δέ τε πυρπόλα
    3 KB (247 words) - 22:47, 30 December 2020
  • παλαιὰ δείμας E.Rh.232:—Med., ἐδείματο οἴκους he built him houses, Od.6.9; ἄστη Pl.Ax.370b. 2 generally, construct, prepare, δ. ἀλωήν h.Merc.87; δέμω ὁδόν
    18 KB (1,694 words) - 10:25, 1 January 2021
  • [a word of Pre-Greek origin]X [probably] Etymology: From λέπας: λεπαστή (-άστη) f. limpet-like beaker (com.) with λεπαστίς, -ίδος id. (vase-inscr., H.);
    6 KB (705 words) - 13:35, 30 December 2020
  • -ῶν, οἱ • Alolema(s): sólo beoc. -[ι] αστή los Aristiastas dud. si cofradía de devotos de una divinidad o especie de sociedad gastronómica SEG 26.614
    250 bytes (31 words) - 12:17, 21 August 2017
  • 8, 9, 11, D.59.60, 106, ἐ. ὕστερον Βελισαρίῳ γυνὴ γέγονε Procop.Arc.1.12, ἀστὴ ἐ. αὐτῷ D.57.54, ἐγὼ ἐ. habla una mujer, Alciphr.1.6.1 •subst. esposa ἐξ
    595 bytes (65 words) - 19:08, 31 December 2018
  • μπουργέζαινα και βουργέσαινα, ἡ (Μ) η γυναίκα του μπουργέζη, αστή. [ΕΤΥΜΟΛ. < μπουργέζης + κατάλ. -αινα (προβλ. δράκ-αινα, λέ-αινα)]. * Αναζήτηση σε:
    412 bytes (28 words) - 11:56, 29 September 2017
  • εὐθέκαστος, -άστη, -ον (Μ) αυτός που αποφασίζει και ενεργεί σύμφωνα με αυτό που πιστεύει. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    181 bytes (23 words) - 07:14, 29 September 2017
  • Google Translator | LSJ (1) asta, v. hasta. (2) asta2, s. 1. hasta. asta = ἅστη, ἄγρεμος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based
    327 bytes (78 words) - 23:35, 27 February 2019
  • als depon. erklären; χώραν, Pol. 3, 82, 10. 39, 2, 8, wie Luc. Bacch. 3; τὰ ἄστη, Plut. Them. 9; übh. seugen, brennen, ἄλγεα πυρπολέοντα, Nic. Ther. 245.
    6 KB (556 words) - 22:50, 30 December 2020
  • subasta pública = ἅστη * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    29 bytes (16 words) - 06:47, 22 August 2017
  • & Works [Seite 835] superl. zu ῥᾴδιος, w. m. s. η, ον : v. ῥᾴδιος. -άστη, -ον, και ῥέϊστος και δωρ. τ. ῥάϊστος, -ΐστη, -ον, και ιων. τ. ῥηΐτατος,
    1,005 bytes (73 words) - 15:00, 1 January 2021
  • спокойный, тихий, ясный (νύξ Plut.; πρόνοια Eur.); 4) мирный, миролюбивый: ἄστη φυλάσσεθ᾽ ἥσυχοι μεθ᾽ ἡσύχων Eur. охраняйте (свои) города, миролюбивые среди
    20 KB (1,747 words) - 17:05, 1 January 2021

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)