Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀστή" on this wiki. See also the other search results found.

  • Au.828 •pero tb. como adj. γυνὴ ἀστή Hdt.1.173; cf. ἀστός. Source: ἀστή ἀστή: ἡ, θηλ. του ἀστός, σε Ηρόδ. κ.λπ. ἀστή: ἡ горожанка, гражданка Her., Arph
    2 KB (195 words) - 20:10, 9 January 2019
  • ο (θηλ. αστή, η) (AM ἀστός, ἀστή) 1. ο κάτοικος της πόλης νεοελλ. 1. όποιος ανήκει στην αστική τάξη, σε αντίθεση με τον εργάτη ή τον αγρότη 2. όποιος πρεσβεύει
    3 KB (178 words) - 11:10, 23 December 2018
  • que se clavaba en el suelo PBeatty Panop.2.138, 139 (IV d.C.). Source: ἅστη
    374 bytes (46 words) - 12:18, 21 August 2017
  • plu. el pueblo llano op. οἱ ἀγαθοί Pi.P.3.71; cf. ἀστή. Source: ἀστός ο (θηλ. αστή, η) (AM ἀστός, ἀστή) 1. ο κάτοικος της πόλης νεοελλ. 1. όποιος ανήκει
    12 KB (1,124 words) - 14:10, 2 October 2019
  • ἀστή
    29 bytes (1 word) - 06:58, 22 August 2017
  • as IG2.584.7, 22.463.76; it is a disyll. in E.El.298, Ba. 840): pl.,    A ἄστη Id.Supp.952; ἄστεα Hdt.1.5:—town, ἄ. μέγα Πριάμοιο Il.2.332, al.: with name
    21 KB (2,018 words) - 14:10, 2 October 2019
  • гражданка = ἀστή, πολῖτις, πολιῆτις Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    77 bytes (39 words) - 21:00, 13 October 2019
  • горожанка = ἀστή, πολῖτις Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    54 bytes (38 words) - 05:05, 14 October 2019
  • verwüstet, ἄστη δὲ πυρπόλα θήσει Phlegon Mrab. 3. πυρπόλος: ὁ διὰ πυρὸς καταστρέφων, κεραυνὸς Εὐρ. Ἱκέτ. 640· πρβλ. πυρπολέω ΙΙ. ΙΙ. Παθητ., ἄστη δέ τε πυρπόλα
    3 KB (210 words) - 00:55, 10 January 2019
  • παλαιὰ δείμας E.Rh.232:—Med., ἐδείματο οἴκους he built him houses, Od.6.9; ἄστη Pl.Ax.370b.    2 generally, construct, prepare, δ. ἀλωήν h.Merc.87; δέμω
    19 KB (1,683 words) - 15:17, 3 November 2019
  • [a word of Pre-Greek origin]X [probably] Etymology: From λέπας: λεπαστή (-άστη) f. limpet-like beaker (com.) with λεπαστίς, -ίδος id. (vase-inscr., H.);
    7 KB (666 words) - 15:35, 2 October 2019
  • LA | Google Translator | LSJ (1) asta, v. hasta. (2) asta2, s. 1. hasta. ἅστη, ἄγρεμος asta astae N F :: spear, javelin; spear stuck in ground for public
    327 bytes (60 words) - 23:35, 27 February 2019
  • 8, 9, 11, D.59.60, 106, ἐ. ὕστερον Βελισαρίῳ γυνὴ γέγονε Procop.Arc.1.12, ἀστὴ ἐ. αὐτῷ D.57.54, ἐγὼ ἐ. habla una mujer, Alciphr.1.6.1 •subst. esposa ἐξ
    595 bytes (67 words) - 19:08, 31 December 2018
  • ῥᾴδιος. [Seite 835] superl. zu ῥᾴδιος, w. m. s. η, ον : v. ῥᾴδιος. -άστη, -ον, και ῥέϊστος και δωρ. τ. ῥάϊστος, -ΐστη, -ον, και ιων. τ. ῥηΐτατος,
    1 KB (60 words) - 14:35, 4 January 2019
  • ἅστη
    29 bytes (1 word) - 06:47, 22 August 2017
  • μπουργέζαινα και βουργέσαινα, ἡ (Μ) η γυναίκα του μπουργέζη, αστή. [ΕΤΥΜΟΛ. < μπουργέζης + κατάλ. -αινα (προβλ. δράκ-αινα, λέ-αινα)]. Αναζήτηση σε: Google
    412 bytes (28 words) - 11:56, 29 September 2017
  • εὐθέκαστος, -άστη, -ον (Μ) αυτός που αποφασίζει και ενεργεί σύμφωνα με αυτό που πιστεύει. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    181 bytes (23 words) - 07:14, 29 September 2017
  • als depon. erklären; χώραν, Pol. 3, 82, 10. 39, 2, 8, wie Luc. Bacch. 3; τὰ ἄστη, Plut. Them. 9; übh. seugen, brennen, ἄλγεα πυρπολέοντα, Nic. Ther. 245.
    7 KB (543 words) - 10:50, 10 January 2019
  • -ῶν, οἱ • Alolema(s): sólo beoc. -[ι] αστή los Aristiastas dud. si cofradía de devotos de una divinidad o especie de sociedad gastronómica SEG 26.614
    250 bytes (33 words) - 12:17, 21 August 2017
  • спокойный, тихий, ясный (νύξ Plut.; πρόνοια Eur.); 4) мирный, миролюбивый: ἄστη φυλάσσεθ᾽ ἥσυχοι μεθ᾽ ἡσύχων Eur. охраняйте (свои) города, миролюбивые среди
    20 KB (1,693 words) - 15:05, 2 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)