Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἁμαρτωλός" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ἁμαρτωλός: -όν, αμαρτωλός, πλανώμενος· ως ουσ., αμαρτωλός, σε Καινή Διαθήκη ἁμαρτωλός: (f ἁμαρτωλή вм. m - в речи скифа
    8 KB (1,013 words) - 23:50, 31 December 2020
  • -ή, -ό (AM ἁμαρτωλός, -όν) 1. αυτός που παραβαίνει τον ηθικό νόμο, τις θείες εντολές, που διαπράττει αμάρτημα ή αδίκημα 2. (το αρσ. και το θηλ. ως ουσ
    842 bytes (69 words) - 23:28, 29 December 2020
  • ἁμαρτωλή, η (Α) η αμαρτία. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < ἁμαρτάνω. ΠΑΡ. ἁμαρτωλός αρχ. ἁμαρτωλία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    331 bytes (20 words) - 23:20, 29 December 2020
  • equivocado = ἁμαρτωλός, ἅλιος, ἐξαμαρτάνω, διαμαρτάνω, ἁμαρτάνω, ἁμαρτωλικός, διάστροφος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation
    187 bytes (21 words) - 07:04, 22 August 2017
  • errado = ἁμαρτωλός, ἀβροτήμων, ἅλιος, διαμαρτάνω, ἁμαρτάνω, ἀβλής * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal
    147 bytes (20 words) - 07:05, 22 August 2017
  • pecador = ἁμαρτωλός, ἁμαρτάς, ἀλιτρός, ἐνάμαρτος, ἁγίτης, ἐναγής * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of
    144 bytes (20 words) - 07:15, 22 August 2017
  • truhán = ἁμαρτωλός, ἀλιτρός, βάσκανος, ἁλοφάντης, δεινός * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    125 bytes (19 words) - 07:23, 22 August 2017
  • ὁ ἐν πᾶσιν ἁμαρτωλός, σφόδρα ἁμαρτωλός, Κλήμ. πρ. Κορινθ. Β΄, ιη΄, ἔκδ. Βρυεννίου. -όν, Α πολύ αμαρτωλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < παντ(ο)- + ἁμαρτωλός. * Αναζήτηση
    468 bytes (32 words) - 12:13, 29 September 2017
  • ] ἀλῐτήριος: -ον, (ἀλιτεῖν) ὁ ἁμαρτάνων εἴς τινα, ἀνόσιος πρός τι· «ἁμαρτωλός,.., θανάτου αἴτιος καὶ ἔνοχος», Ἡσύχ., μ. γεν., τῶν ἀλιτηρίων … τῶν τῆς
    7 KB (642 words) - 17:20, 31 December 2020
  • εκκλησίας, ως ομολογία ταπεινότητας ενώπιον του θεού) ο πιο ασήμαντος, ο πιο αμαρτωλός 4. φρ. το ελάχιστο(-ν) ή τουλάχιστον α) στο κατώτερο δυνατό σημείο, στη
    1 KB (121 words) - 11:30, 14 January 2019
  • v. ἁμαρτωλός.
    43 bytes (2 words) - 12:12, 21 August 2017
  • -ον falto de consejo ὁ ἁμαρτωλός Procop.Gaz.M.87.1032A.
    93 bytes (11 words) - 12:15, 21 August 2017
  • descaradamente = αὐθάδης, ἁμαρτωλός * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    60 bytes (16 words) - 07:01, 22 August 2017
  • el pecador = ἔκπτωτος, ἁμαρτωλός * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    62 bytes (17 words) - 06:49, 22 August 2017
  • στενοχώρια, ταλαιπωρίες, βάσανα 5. το προπατορικό αμάρτημα 6. (μετων.) αμαρτωλός 7. φρ. «αυτός είναι παλιά αμαρτία», γέρασε μέσα στις αμαρτίες «για τις
    2 KB (146 words) - 23:25, 29 December 2020
  • Arist.Cat.8b28, de An.417b15, Zeno and Chrysipp.Stoic.1.50, 3.111; δ. ἁμαρτωλός Phld.Lib.p.560., al.; δ. σωματική, ψυχική, A.D.Synt.278.10: pl., Diotog
    27 KB (2,799 words) - 15:10, 1 January 2021
  • without fault. Derivatives: ἁμαρτία fault (A.); ἁμαρτωλή (Thgn.), whence ἁμαρτωλός erroneous, erring (Arist., ). Origin: IE [Indo-European] [00] *h₂mert-
    43 KB (4,564 words) - 23:54, 31 December 2020
  • cf. Eust.) which occurs just before. (Perh. from ἀποφεῖν (q.v.), cf. ἁμαρτωλός : ἁμαρτεῖν; Hsch. has ἀποφώλια· ἀποφίλια (i.e. ἀποφύλια).) * Abbreviations:
    11 KB (1,043 words) - 20:55, 31 December 2020
  • agravio Thgn.1248. ἁμαρτωλή, η (Α) η αμαρτία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἁμαρτάνω. ΠΑΡ. ἁμαρτωλός αρχ. ἁμαρτωλία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (144 words) - 23:55, 31 December 2020
  • sources: ἀκρατής, ἁμαρτωλός, μὴ δυναμένη νηστεῦσαι, Hsch. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ἀμφόνη: ἡ, «ἀκρατής, ἁμαρτωλός, μὴ δυναμένη νηστεῦσαι»
    603 bytes (33 words) - 12:12, 21 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)