Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἁμαρτωλός" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ἁμαρτωλός: -όν, αμαρτωλός, πλανώμενος· ως ουσ., αμαρτωλός, σε Καινή Διαθήκη ἁμαρτωλός: (f ἁμαρτωλή вм. m - в речи скифа
    8 KB (1,002 words) - 13:05, 3 October 2019
  • -ή, -ό (AM ἁμαρτωλός, -όν) 1. αυτός που παραβαίνει τον ηθικό νόμο, τις θείες εντολές, που διαπράττει αμάρτημα ή αδίκημα 2. (το αρσ. και το θηλ. ως ουσ
    835 bytes (69 words) - 06:19, 29 September 2017
  • ἁμαρτωλή, η (Α) η αμαρτία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἁμαρτάνω. ΠΑΡ. ἁμαρτωλός αρχ. ἁμαρτωλία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    324 bytes (20 words) - 06:24, 29 September 2017
  • ἁμαρτωλός, ἅλιος, ἐξαμαρτάνω, διαμαρτάνω, ἁμαρτάνω, ἁμαρτωλικός, διάστροφος
    187 bytes (7 words) - 07:04, 22 August 2017
  • ἁμαρτωλός, ἀβροτήμων, ἅλιος, διαμαρτάνω, ἁμαρτάνω, ἀβλής
    147 bytes (6 words) - 07:05, 22 August 2017
  • ἁμαρτωλός, ἁμαρτάς, ἀλιτρός, ἐνάμαρτος, ἁγίτης, ἐναγής
    144 bytes (6 words) - 07:15, 22 August 2017
  • ἁμαρτωλός, ἀλιτρός, βάσκανος, ἁλοφάντης, δεινός
    125 bytes (5 words) - 07:23, 22 August 2017
  • ὁ ἐν πᾶσιν ἁμαρτωλός, σφόδρα ἁμαρτωλός, Κλήμ. πρ. Κορινθ. Β΄, ιη΄, ἔκδ. Βρυεννίου. -όν, Α πολύ αμαρτωλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < παντ(ο)- + ἁμαρτωλός. Αναζήτηση
    468 bytes (32 words) - 12:13, 29 September 2017
  • αὐθάδης, ἁμαρτωλός
    60 bytes (2 words) - 07:01, 22 August 2017
  • ] ἀλῐτήριος: -ον, (ἀλιτεῖν) ὁ ἁμαρτάνων εἴς τινα, ἀνόσιος πρός τι· «ἁμαρτωλός,.., θανάτου αἴτιος καὶ ἔνοχος», Ἡσύχ., μ. γεν., τῶν ἀλιτηρίων … τῶν τῆς
    7 KB (599 words) - 15:15, 9 January 2019
  • εκκλησίας, ως ομολογία ταπεινότητας ενώπιον του θεού) ο πιο ασήμαντος, ο πιο αμαρτωλός 4. φρ. το ελάχιστο(-ν) ή τουλάχιστον α) στο κατώτερο δυνατό σημείο, στη
    1 KB (121 words) - 11:30, 14 January 2019
  • v. ἁμαρτωλός. Source: ἁμαρτουλός
    43 bytes (4 words) - 12:12, 21 August 2017
  • ἔκπτωτος, ἁμαρτωλός
    62 bytes (2 words) - 06:49, 22 August 2017
  • στενοχώρια, ταλαιπωρίες, βάσανα 5. το προπατορικό αμάρτημα 6. (μετων.) αμαρτωλός 7. φρ. «αυτός είναι παλιά αμαρτία», γέρασε μέσα στις αμαρτίες «για τις
    2 KB (146 words) - 06:51, 29 September 2017
  • Arist.Cat.8b28, de An.417b15, Zeno and Chrysipp.Stoic.1.50, 3.111; δ. ἁμαρτωλός Phld.Lib.p.560., al.; δ. σωματική, ψυχική, A.D.Synt.278.10: pl., Diotog
    28 KB (2,753 words) - 14:20, 9 January 2019
  • ἁμαρτωλός
    39 bytes (1 word) - 06:55, 22 August 2017
  • ἁμαρτωλός
    39 bytes (1 word) - 06:49, 22 August 2017
  • ἁμαρτωλός
    39 bytes (1 word) - 07:23, 22 August 2017
  • without fault. Derivatives: ἁμαρτία fault (A.); ἁμαρτωλή (Thgn.), whence ἁμαρτωλός erroneous, erring (Arist., ). Origin: IE [Indo-European] [00] *h₂mert-
    44 KB (4,553 words) - 13:05, 3 October 2019
  • cf. Eust.) which occurs just before. (Perh. from ἀποφεῖν (q.v.), cf. ἁμαρτωλός : ἁμαρτεῖν; Hsch. has ἀποφώλια· ἀποφίλια (i.e. -φύλια).) [Seite 335]
    9 KB (800 words) - 14:10, 2 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)