Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἁρμόδιος" on this wiki. See also the other search results found.

  • A.D.). ἁρμόδιος: -α, -ον, (ἁρμόζω) ὁ ἁρμόζων, προσαρμοζόμενος, πολλοῖς ἀνθρώπων γλώσσῃ θύραι οὐκ ἐπίκεινται ἁρμόδιαι Θέογν. 422. ΙΙ. ἁρμόδιος, ἀνάλογος
    6 KB (476 words) - 11:50, 10 January 2019
  • Ἁρμόδιος: ὁ Гармодий (соучастник Аристогитона в убийстве Гиппарха) Her.
    155 bytes (9 words) - 17:14, 31 December 2018
  • -α, -ο (AM ἁρμόδιος, -ία, -ιον) ο κατάλληλος, ο υπεύθυνος ή ο ειδικός σε ένα θέμα αρχ. ο ταιριαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. μεταρρηματικός σχηματισμός < (θ.) αρμοδ-
    503 bytes (39 words) - 11:02, 23 December 2018
  • ἐντάξιος, ἁρμοστός, ἐμμελής, ἁρμόδιος, ἐναίσιος, ἐγχωρέω, διάφορος, ἔγκαιρος, ἄρσιος, ἁρμόνιος, γνήσιος, ἐναίσιμος
    280 bytes (12 words) - 06:51, 22 August 2017
  • ἀποδεκτός, ἀπολαυστός, ἀγανός, ἐμμελής, δεκτός, ἁρμόδιος, ἑδανός, γλυκύς, ἀρέσκω, ἀρεστός, ἀμισής, ἄφορτος, ἀρατός, ἀσπάσιος
    306 bytes (14 words) - 06:51, 22 August 2017
  • ἐντάξιος, ἄρτιος, ἐμμελής, ἁρμόδιος, διάφορος, δέω, ἀνάλογος, γνήσιος, ἐμπρεπής
    200 bytes (9 words) - 06:55, 22 August 2017
  • ἁρμοστός, ἀμφιδέξιος, ἁρμόδιος, ἐγχωρέω, ἐναίσιμος, ἐμπρεπής
    156 bytes (6 words) - 06:54, 22 August 2017
  • Nbf. zu grate (w. s.) = ἡδέως, Gloss. II, 35, 51. ἀποδεκτός, ἀγανός, ἁρμόδιος, γλυκύς, ἀκραής, ἀρεστός, ἐνήδονος, ἀσμενιστός, ἀσπαστός
    311 bytes (21 words) - 07:08, 22 August 2017
  • ἐμμελής, ἁρμόδιος, ἀραρότως, ἀναλογούντως
    112 bytes (4 words) - 06:50, 22 August 2017
  • ἁρμόδιος, ἔνδικος, ἀνεπαίσχυντος
    91 bytes (3 words) - 07:00, 22 August 2017
  • Ἁρμόδιος, ὁ. Harmŏdĭus: ĭi, m., = Ἁρμόδιος, I a famous Athenian, murderer of Hipparchus, Cic. Tusc. 1, 49, 116; Plin. 7, 23, 23, § 87; Gell. 9, 2. Look
    707 bytes (93 words) - 10:10, 15 August 2017
  • για τον οποίο φροντίζει κανείς («ἀλλὰ οἱ τοῦτ’ ἧν ἐπιμελές», Ηρόδ.) 2. αρμόδιος, πρόσφορος, κατάλληλος 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπιμελές η προσοχή, η περιέργεια
    866 bytes (69 words) - 12:20, 15 February 2019
  • ο (θηλ. επιμελήτρια) (AM ἐπιμελητής) επιμελούμαι ο αρμόδιος για την επιμέλεια, την επιστασία (α. «επιμελητής αρχαιοτήτων» β. «τῶν τῆς πόλεώς εἰμ’ ἐπιμελητὴς
    2 KB (115 words) - 07:11, 29 September 2017
  • 22, 9. κατάλληλος: -ον, ὁ κείμενος ἀπέναντι τοῦ ἄλλου, ἀντίστοιχος, ἀρμόδιος, πόροι «(ἀντιτιθέμενοι τοῖς παραλλάττουσιν) Ἀριστ. Προβλ. 11. 58, 3, πρβλ
    7 KB (530 words) - 10:48, 31 December 2018
  • ἔγκαιρος, -ον) 1. αυτός που γίνεται στον κατάλληλο χρόνο, επίκαιρος 2. αρμόδιος, κατάλληλος μσν.- νεοελλ. (για καρπούς) 1. ώριμος, γινωμένος 2. φρέσκος
    461 bytes (38 words) - 06:28, 29 September 2017
  • λύραν ἐπίτειν' ἕως ἂν ἁρμόσῃ Macho 2.9. [Seite 355] (ἄρω, ἅρμα, ἁρμός, ἁρμόδιος), attisch praes. meist ἁρμόττω; fügen, ordnen, passen. – Hom. viermal:
    53 KB (4,950 words) - 13:10, 3 October 2019
  • μέτρα καὶ ῥυθμοὺς ἐναρμόσασα», Πλούτ.) 3. φρ. «ἐφαρμόζω ἐπί τινος» — είμαι αρμόδιος, σχετικός με κάτι 4. παθ. ἐφαρμόζομαι (για γεωμετρικά σχήματα) συνταυτίζομαι
    3 KB (183 words) - 12:26, 15 February 2019
  • führend, dah. zweckmäßig, τέλος σκοπιμώτατον, Sp. σκόπιμος: -ον, (σκοπὸς) ὁ ἁρμόδιος πρός τινα σκοπόν, Εὐστ. Πονημάτ. 13. 28, κτλ. -η, -ο / σκόπιμος, -ον
    2 KB (132 words) - 12:30, 29 September 2017
  • ἐργαζόμενος, «μαστορικά», Ἀνθ. Π. 1. 106· ― ὡσαύτως σοφουργικός, ή, όν, ἁρμόδιος πρὸς τοῦτο, Ἐκκλ. -όν, Α αυτός που εργάζεται επιδέξια, με μαστοριά («τοῡ
    841 bytes (55 words) - 06:08, 31 December 2018
  • κοσμεῖν… οἰκοδομήμασιν εὐπρεπέστερα Πλάτ. Νόμ. 761C. 2) ἀρμόζων, πρέπων, ἁρμόδιος, ἄνδρα δ’ εὐπρεπέστερον (δηλ. ἐξελθεῖν ἐστι) Αἰσχύλ. Χο. 664, κτλ.· οὐ
    10 KB (758 words) - 11:20, 26 February 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)