Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄβαπτος" on this wiki. See also the other search results found.

  • [Seite 2] (nicht eingetaucht), σίδηρος, ungestählt, VLL. erkl. ἀστόμωτος. ἄβαπτος: ον (βάπτω) ἐπὶ σιδήρου = μὴ βεβαμμένος διὰ τῆς εἰς ψυχρὸν ὕδωρ ἐμβαπτίσεως
    948 bytes (53 words) - 11:43, 21 August 2017
  • -η, -ο (Α ἄβαπτος, -ον) βάπτω 1. αυτός που δεν βάφτηκε, ο αχρωμάτιστος 2. (για πυρακτωμένα μέταλλα) αυτός που δεν ψύχθηκε ακόμη μέσα σε νερό για να γίνει
    382 bytes (40 words) - 06:30, 29 September 2017
  • s.v. ἄβαπτος. [Seite 376] ungestählt, VLL. ἀστόμωτος: -ον, μὴ ἐστομωμένος, ὁ μὴ ἠκονημένος, μὴ βεβαμμένος, ἐπὶ σιδήρου, Ἡσύχ. ἐν λέξει ἄβαπτος. -ον
    2 KB (132 words) - 06:59, 29 September 2017
  • ές,    A = ἄβαπτος, v. sub ἀναφής :—also ἀάσι-ος, ον, Gloss. [Seite 2] Plut. Conv. 3, 3 l. d. für ἀναφής. ἀβᾰφής: -ές, = ἄβαπτος, ἴδ. ἀναφής. ής
    1 KB (57 words) - 15:12, 31 December 2018
  • ἄβαπτος, ἀστόμωτος
    60 bytes (2 words) - 07:14, 22 August 2017
  • βάφω 1. ο δίχως βαφή, αχρωμάτιστος 2. ο δίχως φτιασίδια, αφτιασίδωτος 3. ο άβαπτος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    261 bytes (27 words) - 06:18, 29 September 2017
  • ἀβαφής, -ές (Α) βάπτω ο άβαπτος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    89 bytes (15 words) - 06:30, 29 September 2017