Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄγαλμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • 300. ἄγαλμα (ἄγαλμα nom., voc., acc.; ἀγάλματα acc.),    a glory, delight χαριέντα δ' ἕξει πόνον χώρας ἄγαλμα sc. ὕμνος (contra Wil., ἄγαλμα “ist die
    23 KB (2,300 words) - 10:50, 25 February 2019
  • το (Α ἄγαλμα) 1. γλυπτό ή χυτό ομοίωμα κατασκευασμένο κυρίως από μέταλλο ή μάρμαρο νεοελλ. φρ. «στέκει σαν άγαλμα», στέκεται αμίλητος και ακίνητος αρχ
    2 KB (170 words) - 06:30, 29 September 2017
  • subs. Of a human being: P. and V. εἰκώς, ἡ, ἄγαλμα, τό, Ar. and P. ἀνδριάς, ὁ. Of a god: P. and V. ἄγαλμα, τό, Ar. and V. βρέτας, τό, V. ξόανον, τό. Look
    358 bytes (45 words) - 10:04, 21 July 2017
  • P. and V. ὄψις, ἡ. Effigy: P. and V. ἄγαλμα, τό, εἰκών, ἡ, Ar. and P. ἀνδριάς, ὁ. Effigy of a god: P. and V. ἄγαλμα, τό, Ar. and V. βρέτας, τό. Moulded
    2 KB (167 words) - 09:40, 21 July 2017
  • and V. κόσμος, ὁ, V. ἄγαλμα, τό. Concretely, of persons or things, the glory, boast of: P. and V. σχῆμα, τό, V. πρόσχημα, τό, ἄγαλμα, τό, αὔχημα, τό; see
    510 bytes (86 words) - 11:10, 10 January 2019
  • χλιδή, ἡ, ἀγλάϊσμα, τό, ἄγαλμα, τό, P. μεγαλοπρέπεια, ἡ. The glory of, boast of: P. and V. σχῆμα, τό, V. πρόσχημα, τό, ἄγαλμα, τό, φάος, τό, φῶς, τό, αὔχημα
    956 bytes (100 words) - 09:42, 21 July 2017
  • subs. Statue of a man: P. and V. εἰκών, ἡ, ἄγαλμα, τό, Ar. and P. ἀνδριάς, ὁ. Image of a god: P. and V. ἄγαλμα, τό, Ar. and V. βρέτας, τό, V. ξόανον, τό
    821 bytes (93 words) - 09:44, 21 July 2017
  • κάλυμμα, σκέπασμα, καπάκι 2. επιφάνεια τραπεζιού 3. επιτάφιο μνημείο ή άγαλμα ή παράσταση 4. η αιχμή του δόρατος 5. το επίσημο της ασπίδας, δηλ. το διακριτικό
    825 bytes (63 words) - 07:11, 29 September 2017
  • εἴκασμα, εἰκόνιον, ἀποτύπωσις, ἐντύπωμα, ἀγαλματουργία, ἐκτύπωσις, ἐκμαγεῖον, ἄγαλμα, ἀντίτυπος, ἀνδρείκελος, ἐκτύπωμα, ἀπείκασμα, δείκηλον, ἀπεικόνισμα
    789 bytes (32 words) - 06:45, 22 August 2017
  • ἡ, P. and V. γραφή, ἡ. Picture: P. ζωγράφημα, τό, P. and V. γραφή, ἡ, V. ἄγαλμα, τό, εἰκών, ἡ. Look up painting on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google
    359 bytes (40 words) - 09:48, 21 July 2017
  • ο (Α ἀγαλματοποιός) κατασκευαστής αγαλμάτων, γλύπτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄγαλμα + ποιῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    301 bytes (18 words) - 06:30, 29 September 2017
  • διασκευή, εἰκών, δήλωσις, ἀνάπλασμα, εἴκασμα, ἀναπλασμός, δήλωμα, ἐκμαγεῖον, ἄγαλμα, ἔμφασις, ἐκτύπωμα, ἀπεικασία, δραμάτιον, ἀπεικασμός, εἰκασία, ἀπείκασμα
    572 bytes (24 words) - 07:20, 22 August 2017
  • subs. P. ζωγράφημα, τό, P. and V. γραφή, ἡ, γράμμα, τό, V. ἄγαλμα, τό, εἰκών, ἡ. Met., representation: P. and V. μίμημα, τό, εἰκών, ἡ. Account, description:
    689 bytes (75 words) - 09:48, 21 July 2017
  • εἰσφορά, ἀνάθεσις, δόμα, ἀφορισμός, ἀφαίρεμα, ἄγαλμα, ἀνάκειμα, ἀνάγισμα, ἀνάθεμα, ἐμφορά, ἀναφορά, ἐνάγισμα, ἀνάθημα, ἀριστεῖον, ἀφόρισμα, δῶρον, δωροφορία
    414 bytes (19 words) - 06:50, 22 August 2017
  • γαυρίαμα, αὐθάδεια, ἀναφύσημα, αὔχα, αὔχημα, ἄγαλμα, αὖχος, βρένθος, αὔχησις, βαρύτης, γάνος, γαῦρος
    250 bytes (12 words) - 06:52, 22 August 2017
  • pride of, boast of: P. and V. σχῆμα, τό (Eur., And. 1), V. πρόσχημα, τό, ἄγαλμα, τό, φάος, τό, φῶς, τό, αὔχημα, τό. Take pride in: see pride oneself on
    1 KB (124 words) - 11:00, 7 August 2017
  • ἐκέχειρον, ἐξαλλαγή, δόμα, ἀκτή, δωρεά, δώς, δόσις, δωνατίουον, ἕδνον, ἀποστολή, ἄγαλμα, ἐκεχείριος, δῶρον, δωροφορία, δώρημα, ἀρραβών, δεξίωμα
    367 bytes (18 words) - 07:19, 22 August 2017
  • subs. Picture: P. and V. γραφή, ἡ, γράμμα, τό, P. ζωγράφημα, τό, V. ἄγαλμα, τό, εἰκών, ἡ. Account, description: P. and V. λόγος, ὁ. Outline: P. and V.
    599 bytes (57 words) - 10:02, 21 July 2017
  • το οποίο πιθ. συγγενεύει με το ἀγα-, ἄγαμαι ή το ἀγανός. ΠΑΡ. ἀγαλλιῶ, ἄγαλμα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    780 bytes (52 words) - 06:30, 29 September 2017
  • ἀφίδρυμα, ἀνδριάς, εἰκονογραφία, βρέτας, εἰκόνισμα, εἴδωλον, εἰκόνιον, ἄγαλμα, ἀνδρείκελος, ἐκτύπωμα, δείκηλον, ἀπεικόνισμα
    382 bytes (16 words) - 07:05, 22 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)