Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄγορος" on this wiki. See also the other search results found.

  • IT 1096, Andr.1038, cf. El.724. • DMic.: a-ko-ro (?). ἄγορος: ὁ = ἀγορά, σε Ευρ. ἄγορος: ὁ Eur. = ἀγορά 1.
    2 KB (136 words) - 13:30, 14 September 2021
  • τύποι ἀγόρι(ν) και ἀγούρι(ν) υποκοριστικά τών μσν. ουσ. ἄγορος και ἄγουρος αντιστοίχως. Τα ἄγορος και ἄγουρος από μτγν. επίθ. ἄγωρος < αρχ. επίθ. ἄωρος.
    1 KB (92 words) - 22:20, 29 December 2020
  • τών εμπορευμάτων. ΠΑΡ. αγοράζω, αγοραίος, αγορεύω αρχ. ἀγορῆθεν, ἀγορήνδε, ἄγορος. ΣΥΝΘ. ἀγορανόμος, νεοελλ. αγοραπωλητής]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    5 KB (330 words) - 22:20, 29 December 2020
  • grupo = δεκάς, ἀγερμοσύνη, ἄγορος, ἔθνος, γράμμα, γέννα * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    127 bytes (20 words) - 07:07, 22 August 2017
  • ἄγορος, ο (Α) συνάθροιση, συγκέντρωση παράλληλος της λ. αγορά. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    158 bytes (18 words) - 06:31, 29 September 2017
  • gathered together, νεφεληγερέτα cloud-gatherer Derivatives: ἀγορά q.v.; ἄγορος gathering E. Often ἀγυρ- (cf. Schwyzer 351): ἄγυρις gathering, mass (Il
    27 KB (2,756 words) - 08:58, 1 November 2021
  • asambleas = ἄγορος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    33 bytes (15 words) - 06:52, 22 August 2017
  • reuniones = ἄγορος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    33 bytes (15 words) - 06:42, 22 August 2017
  • ἐτυμηγόρος, -ον (Α) αυτὸς που λέει την αλήθεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < έτυμος «αληθινός» + -αγόρος (< αγορεύω), πρβλ. δημ-ηγόρος το η λόγω της συνθέσεως]. * Αναζήτηση σε:
    471 bytes (30 words) - 08:50, 23 August 2021
  • ματαιολόγος, κενολόγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κενε(ο)- (βλ. κενο-) + -αγόρος / -ηγόρος (< ἀγορά), πρβλ. δηθ-αγόρος / δημ-ηγόρος]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    662 bytes (38 words) - 13:24, 23 August 2021
  • τῶν πανηγύρεων ἐπιμεληταί». [ΕΤΥΜΟΛ. < πύλαι + -αγόρας / -αγορος / -ηγορος (< ἀγορά / ἄγορος) με έκταση λόγω συνθέσεως (πρβλ. λαβρ-αγόρης, βουλ-ηγόρος)]
    3 KB (238 words) - 10:58, 31 January 2021
  • φθορά, φόνος φονή, φόρος φορά, χόλος χολή, χόος χοή; ἦχος ἠχή, ὦνος ὠνή; ἄγορος ἀγορά, βίοτος βιοτή, πάταγος παταγή; διάλογος διαλογή; von βίος das Leben
    7 KB (699 words) - 08:55, 1 November 2021
  • τελευταίος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πύματος «έσχατος, τελευταίος» + -ηγορος (< ἀγορά / ἄγορος), με έκταση λόγω συνθέσεως (πρβλ. βουλ-ηγόρος)]. * Αναζήτηση σε: Google
    1 KB (103 words) - 00:50, 10 January 2019
  • -ον (Μ) το ουδ. ως ουσ. η ειλικρίνεια, η αξιοπιστία. [ΕΤΥΜΟΛ. < αψευδής + -αγορος < αγορά < αγείρω (πρβλ. παρήγορος, προσήγορος κ.λπ.)]. * Αναζήτηση σε:
    507 bytes (30 words) - 08:25, 23 August 2021
  • fantasmagorie με αρχική σημ. «προβολή φανταστικών εικόνων» (< φάντασμα + -αγορία < -αγόρος < αγορεύω). Η λ. μαρτυρείται από το 1876 στον Ν. Κοτζιά]. * Αναζήτηση σε:
    934 bytes (63 words) - 12:43, 29 September 2017
  • ὁ, Α (δωρ. τ.) προσήγορος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πότ, συγκεκομμένος τ. του ποτί + -αγορος/ -ήγορος (< ἀγορεύω), με έκταση λόγω συνθέσεως]. * Αναζήτηση σε: Google
    805 bytes (47 words) - 12:20, 8 July 2020
  • Click links below for lookup in third sources: συνᾰγορ-άγορος, Dor. for συνηγορέω, -ήγορος (qq.v.). * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
    386 bytes (21 words) - 15:50, 11 January 2022
  • and parts of the body (Chantraine Form. 164 f., Schwyzer 488) from *προ-άγορος (on the vowel of the compound Schwyzer 398 a. 402) or direct from προ-αγείρειν
    5 KB (403 words) - 15:50, 1 January 2021
  • ἐτυμηγόρος, -ον (Α) αυτὸς που λέει την αλήθεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < έτυμος «αληθινός» + -αγόρος (< αγορεύω), πρβλ. δημ-ηγόρος το η λόγω της συνθέσεως]. * Αναζήτηση σε:
    1 KB (71 words) - 16:00, 23 August 2021