Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄδερμος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Hsch. s.v. ἄδαπτον. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ἄδερμος: -ον, = τῷ προηγ., Ἡσύχ. ἐν λ. ἄδαπτος. -ον que no tiene piel Hsch.s.u
    508 bytes (36 words) - 18:03, 1 February 2021
  • ἄδερμος, -ον (Α) δέρμα ο αδέρματος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    95 bytes (15 words) - 06:31, 29 September 2017
  • que no tiene piel = ἄδερμος, ἀδέρματος, γυμνόλοπος, ἄβυρσος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    107 bytes (21 words) - 06:44, 22 August 2017
  • μαλακόδερμος, οστρακόδερμος, παχύδερμος, σκληρόδερμος, τραχύδερμος αρχ. άδερμος, απόδερμα, αυτόδερμος, επίδερμα, κακόδερμος, κοπίδερμος, λιθόδερμος, λιπόδερμος
    22 KB (2,320 words) - 15:19, 20 June 2022