Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄμετρος" on this wiki. See also the other search results found.

  • etc. Adv. -τρως unmetrically, Critias 4; not in metre, Poll.1.19.    III ἄμετρος, = βάτος, Dsc.4.37. [Seite 123] ohne Maaß, a) unermeßlich, dem μετρητός
    12 KB (1,044 words) - 13:00, 3 October 2019
  • -η, -ο (Α ἄμετρος, -ον) 1. αυτός που δεν είναι δυνατό να μετρηθεί, ο αμέτρητος 2. πολυπληθής, αναρίθμητος, άπειρος 3. ο δίχως ποιητικό μέτρο, ο μη έμμετρος
    1 KB (80 words) - 06:51, 29 September 2017
  • ἄτακτος, ἀσύντακτος, ἐκμελής, ἀκόσμητος, ἄκοσμος, δύστακτος, ἀκατάστατος, ἄμετρος, ἀνεπίτακτος, ἀκατάτακτος, ἀδιάστολος, ἀνυπότακτος, ἔκλυτος
    475 bytes (18 words) - 07:01, 22 August 2017
  • βουδόκος, ἀμφιλαφής, βόειος, ἄπλετος, ἀλίαστος, ἀμηχάνητος, διωλύγιος, ἄμετρος, ἀμέτρητος, ἀγωνιστικός, αἰνός
    266 bytes (11 words) - 07:04, 22 August 2017
  • ἀμετροεπής, ἐκτράπελος, ἀκόλαστος, ἄμετρος, ἐκμήκης, ἀβύρβηλος, ἐξαίσιος
    183 bytes (7 words) - 07:01, 22 August 2017
  • 18; γαστρός Plut.; unermeßliche Menge, Plat. Ax. 367 a. ἀμετρία: ἡ, (ἄμετρος) ὑπερβολή, ἀσυμμετρία, δυσαναλογία, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ συμμετρία, ἐμμετρία
    5 KB (432 words) - 15:20, 9 January 2019
  • ἄκαιρος, δυσκραής, ἐκπάτιος, ἄμετρος, ἐκβατός, ἐξαίσιος
    145 bytes (6 words) - 06:37, 22 August 2017
  • ἄϊσος, ἀναίσιμος, ἄνισος, ἀνώμαλος, ἄμετρος, ἀδιάρθρωτος
    148 bytes (6 words) - 06:40, 22 August 2017
  • adj. P. ἄμετρος, Ar. and V. ἀμέτρητος (Eur., Hec. 783). Boundless: P. and V. ἄπειρος, V. μυρίος (also Plat. but rare P.); see unfathomable. Oh, sorrow
    424 bytes (52 words) - 11:51, 7 August 2017
  • ἀκρατής, ἀκρασίων, ἄμετρος, ἀσώφρονος, ἀμέτρητος
    129 bytes (5 words) - 07:10, 22 August 2017
  • ἄκανθα, ἄμετρος, αἷμα, ἄρπιξ, βάτος
    102 bytes (5 words) - 07:23, 22 August 2017
  • text search δυσαρίθμητος, ἀμύθητος, ἄσπετος, ἀδιήγητος, ἄκριτος, ἄπειρος, ἄμετρος, ἀναρίθμητος, ἀνάριθμος, ἀδιεξήγητος, ἀπεριήγητος, ἀμέτρητος, ἀκορύφωτος
    596 bytes (45 words) - 14:33, 10 October 2019
  • adj. P. and V. ἄπειρος, Ar. and P. ἀπέραντος, P. ἄμετρος, V. μυρίος (also Plat. but rare P.). Abundant: P. and V. ἄφθονος; see abundant. Look up unlimited
    316 bytes (42 words) - 10:07, 21 July 2017
  • ἀσύμμετρος, ἄμετρος, ἄρρυθμος, ἐξαίσιος
    108 bytes (4 words) - 06:39, 22 August 2017
  • ἄμετρος, βάτος, βατόρ(ρ)ιζα, ἀσύντροφον
    104 bytes (6 words) - 07:23, 22 August 2017
  • adj. P. and V. ἀκόλαστος, Ar. and P. ἀκρατής, P. ἄμετρος. Excessive: P. and V. περισσός, P. ὑπέρμετρος. Look up immoderate on Perseus Dictionaries | Perseus
    1 KB (156 words) - 10:08, 15 August 2017
  • που δεν έχει μέτρο στο λέγειν, φλύαρος, αθυρόστομος, αυθάδης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄμετρος + -επής < ἔπος. ΠΑΡ. νεοελλ. αμετροέπεια]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    520 bytes (29 words) - 06:51, 29 September 2017
  • -ος, -ον) [μετρῶ] 1. αυτός που δεν μετρήθηκε ή δεν μπορεί να μετρηθεί, ο άμετρος, ο ανυπολόγιστος 2. αναρίθμητος, πολυπληθύς, πολυάριθμος νεοελλ. αυτός που
    736 bytes (53 words) - 06:51, 29 September 2017
  • ἀμετροεπής: -ές, ἄμετρος ἐν τῷ λέγειν, ἀχαλίνωτος τὴν γλῶσσαν, φλύαρος, Ἰλ. Β. 212. ής, ές : qui bavarde sans mesure. Étymologie: ἄμετρος, ἔπος. (ϝέπος):
    3 KB (193 words) - 15:20, 9 January 2019
  • Inconceivable: P. and V. ἀμήχανος. Boundless: P. and V. ἄπειρος. Immeasurable: P. ἄμετρος, Ar. and V. ἀμέτρητος (Eur., Hec. 783). Look up incalculable on Perseus
    719 bytes (59 words) - 07:09, 22 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)