Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄμορος" on this wiki. See also the other search results found.

  • abs. infortunado S.OT 248. Source: ἄμορος (I) ἄμορος, -ον (Α) μόρος 1. (με γεν.) στερημένος, αμέτοχος «ἄμορος τέκνων» (Ευρ.) 2. απόλ. κακότυχος, κακομοίρης
    4 KB (261 words) - 12:15, 10 January 2019
  • δυστάλας, δυσδαίμων, ἄποτμος, δυστυχής, ἀτυχής, δειλός, ἄϊρος, ἄμμορος, ἄμορος, αἰνοπαθής
    355 bytes (16 words) - 07:09, 22 August 2017
  • (I) ἄμορος, -ον (Α) μόρος 1. (με γεν.) στερημένος, αμέτοχος «ἄμορος τέκνων» (Ευρ.) 2. απόλ. κακότυχος, κακομοίρης «κακὸν κακῶς νιν ἄμορον ἐκτρῑψαι βίον»
    1 KB (104 words) - 12:30, 8 January 2019
  • 6.408, 24.773. (ἀ- priv., smor-, cf. κάσμορος.) [Seite 126] ον, p. = ἄμορος, untheilhaftig, Hom. viermal, Iliad. 18, 489 Od. 5, 275 vom Gestirne des
    7 KB (622 words) - 15:45, 9 January 2019
  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ἀμμορία: Ιων. -ίη, ἡ, ποιητ. αντί ἀμορία (ἄμορος), αυτό που δεν αποτελεί τύχη για κάποιον, κακή μοίρα, σε Ομήρ. Οδ. ἀμμορία:
    3 KB (248 words) - 14:00, 31 January 2019
  • ἄμορος
    33 bytes (1 word) - 06:50, 22 August 2017
  • ἄμορος
    33 bytes (1 word) - 06:54, 22 August 2017