Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄνευ" on this wiki. See also the other search results found.

  • χωρίς, ἀντιθέτως πρὸς τὴν σύν, ἄνευ ἔθεν, οὐδὲ σὺν αὐτῷ Ἰλ. Ρ. 407˙ ἄνευ κέντροιο, ἄνευ τῆς χρήσεως κέντρου, Ψ. 387˙ μόνος ἄνευ τινὸς Ἀριστοφ. Λυσ. 143, Πλατ
    21 KB (2,284 words) - 15:25, 8 July 2020
  • μετὰ: τῶν ἀνωτέρω ὑποδιαιρέσεων. ΙΙ. ὁ ἄνευ διαθήκης, αἱ δὲ τίς κα τῶν καρπιζομένων ἄτεκνος, ἄφωνος ἀποθάνει, τᾶς πόλιος πᾶσαν τὰν ἐπικορπίαν ἦμεν Πίνακ
    353 bytes (26 words) - 09:48, 5 August 2017
  • ἔξωθεν (gen.). ἐκποδών (gen.) (also Xen. but rare P.). apart from: P. and V. ἄνευ (gen.), χωρίς (gen.), V. δίχα (gen.), νόσφι(ν) (gen.) (Aesch., Supplices
    2 KB (212 words) - 08:49, 20 May 2020
  • (AM ἄνευ) (πρόθ. καταχρηστική που προτάσσεται και σπάνια επιτάσεται στην Αρχαία) χωρίς, δίχως νεοελλ. φρ. «είναι εκ των ων ουκ άνευ» — είναι απαραίτητος
    3 KB (254 words) - 06:54, 29 September 2017
  • ἄνευ βοτῆρος αἰπολούμεναι = herding without a shepherd ⇢ Look up "ἄνευ βοτῆρος αἰπολούμεναι" on Google (phrase search) | Google | LSJ full text search
    67 bytes (33 words) - 17:25, 6 July 2020
  • δεδουλωμένη, Andronic. Rhod. p.572 M.; written προσπαθία, Phld.D.1.14 (pl.); ἄνευ προσκλίσεως καὶ προσπαθείας S.E.P.1.230; γενομένους ἐν π. Heraclit.Incred
    4 KB (299 words) - 16:15, 1 July 2020
  • τσαμαδούρα αρχ. 1. διακριτικό σημάδι, σύμβολο (π.χ. εθνόσημο, οικόσημο) («ἄνευ γὰρ ἐπισήμου οὔ σφι νόμος ἐστὶ ἔχειν σκῆπτρον», Ηρόδ.) 2. (για ασπίδα) διακριτικό
    1,019 bytes (78 words) - 06:39, 29 September 2017
  • ἔστι Θηβαίους ταπεινοὺς ποιεῖν ἄνευ τοῦ Λακεδαιμονίους ἰσχυροὺς καθιστάναι = it is possible to humble the Thebans without making the Lacedaemonians powerful
    120 bytes (53 words) - 17:35, 6 July 2020
  • ἐπῃτιάσαντο ὅτι ἄνευ αὑτῶν συνέβησαν = they accused the generals of making terms without their authority ⇢ Look up "τοὺς στρατηγούς ἐπῃτιάσαντο ὅτι ἄνευ αὑτῶν
    106 bytes (47 words) - 17:17, 6 July 2020
  • κλῇδες δ' ἀνῆκαν θύρετρ' ἄνευ θνητῆς χερός = keys opened the gates without mortal hand ⇢ Look up "κλῇδες δ' ἀνῆκαν θύρετρ' ἄνευ θνητῆς χερός" on Google
    82 bytes (44 words) - 17:15, 6 July 2020
  • 176C). P. and V. πλήν (gen.). outside of: P. ἔξω (gen.), ἐκτός (gen.), ἄνευ (gen.), P. and V. χωρίς (gen.), V. δίχα (gen.). beside: Ar. and P. παρά (acc
    912 bytes (86 words) - 09:16, 20 May 2020
  • διάπραξη αδικήματος μσν.-αρχ. μέσ. συνεργοῦμαι α) συντελούμαι, γίνομαι («οὐκ ἄνευ... αἰτιας μεγάλης ἡ τοιαύτη συνεργεῑται οἰκονομία», Γρηγ. Νύσσ.) β) βοηθιέμαι
    2 KB (176 words) - 12:51, 29 September 2017
  • ἔλεγες…; ὁ αὐτ. Γοργ. 495C, πρβλ. 470Β, Θεαίτ. 165Ε, Πολ. 337C κτλ. ΙΙ. σπανίως ἄνευ ἐρωτήσεως, ἀπόγνοια τοῦ ἄλλοτι ἢ κρατεῖν τῆς γῆς, Θουκ. 3. 85.
    2 KB (189 words) - 11:17, 5 August 2017
  • ἐντὸς ὁρίων, ὁροθετῶ, μέχρις οὗ δεῖ ἔχειν .. Πλούτ. 2. 226C· ἄνευ τοῦ περιορίζοντος, ἄνευ ὁρίου τινός, αὐτόθι 719Ε. - Παθ., ἡγεμονία τῷ Ὠκεανῷ περιορισθεῖσα
    6 KB (408 words) - 08:55, 1 July 2020
  • ἔδοξεν αὐτοῖς… ἄνευ κηρυκείου προσπέμψαι τοῖς Ἀθηναίοις καὶ πεῖραν ποιήσασθαι = they determined to send to the Athenians unofficially and sound them
    109 bytes (54 words) - 17:30, 6 July 2020
  • P. ἴσως, ἐπιεικῶς, Ar. and V. ἐν δίκῃ, V. δίκῃ, πρὸς δίκης, σὺν δίκῃ, οὐκ ἄνευ δίκης. on grounds of justice: P. and V. κατὰ δίκην (Thuc. 7, 57). reasonably:
    799 bytes (70 words) - 08:52, 20 May 2020
  • 1. εξέταση, έρευνα («οὐδὲν οἷόν τε κατὰ τρόπον χειρίσαι τῶν προσπιπτόντων ἄνευ τῆς τῶν προειρημένων ἐπιγνώσεως», Πολ.) 2. κατανόηση («τὴν τῆς μουσικῆς ἐπίγνωσιν»
    867 bytes (66 words) - 06:31, 29 September 2017
  • Δείναρχ. 94. 30· τὴν κατ’ αὐτοῦ κατασκευὴν Ἰω. Μαλ. σ. 84, 6· ἄνευ κατασκευῆς ᾂδειν, ἄνευ τέχνης, ἀτέχνως, Αἰλ. π. Ζ. 5. 38· ὁ περίβολος ἠσφάλισται φύσει
    19 KB (1,591 words) - 18:25, 7 July 2020
  • making terms without their authority: P. τοὺς στρατηγούς ἐπῃτιάσαντο ὅτι ἄνευ αὑτῶν συνέβησαν (Thuc. 2, 70). the authorities, those in authority: P. and
    2 KB (200 words) - 09:15, 20 May 2020
  • | slang.gr | Κάτο ἄνανδρος: -ον (ἀνήρ)· I. ἄνευ ἀνδρός, αγαμία, κατάσταση άνευ συζύγου, σε Τραγ. 2. ἄνευ ἀνδρῶν, χωρίς άνδρες, στο ίδ. II. αυτός από τον
    9 KB (761 words) - 15:35, 8 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)