Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄνευ" on this wiki. See also the other search results found.

  • χωρίς, ἀντιθέτως πρὸς τὴν σύν, ἄνευ ἔθεν, οὐδὲ σὺν αὐτῷ Ἰλ. Ρ. 407˙ ἄνευ κέντροιο, ἄνευ τῆς χρήσεως κέντρου, Ψ. 387˙ μόνος ἄνευ τινὸς Ἀριστοφ. Λυσ. 143, Πλατ
    21 KB (2,249 words) - 13:10, 3 October 2019
  • μετὰ: τῶν ἀνωτέρω ὑποδιαιρέσεων. ΙΙ. ὁ ἄνευ διαθήκης, αἱ δὲ τίς κα τῶν καρπιζομένων ἄτεκνος, ἄφωνος ἀποθάνει, τᾶς πόλιος πᾶσαν τὰν ἐπικορπίαν ἦμεν Πίνακ
    353 bytes (26 words) - 09:48, 5 August 2017
  • ἔξωθεν (gen.). ἐκποδών (gen.) (also Xen. but rare P.). Apart from: P. and V. ἄνευ (gen.), χωρίς (gen.), V. δίχα (gen.), νόσφι(ν) (gen.) (Aesch., Supp. 239
    2 KB (212 words) - 10:09, 21 July 2017
  • (AM ἄνευ) (πρόθ. καταχρηστική που προτάσσεται και σπάνια επιτάσεται στην Αρχαία) χωρίς, δίχως νεοελλ. φρ. «είναι εκ των ων ουκ άνευ» — είναι απαραίτητος
    3 KB (254 words) - 06:54, 29 September 2017
  • νόμιμα: θεοῦ = δεκάλογος, Kaib ep. 72, 6· - ἄνευ νομίμων = ἀνόμως, ἀδίκως, HGH 122, 18.
    164 bytes (14 words) - 11:32, 5 August 2017
  • δεδουλωμένη, Andronic. Rhod. p.572 M.; written προσπαθία, Phld.D.1.14 (pl.); ἄνευ προσκλίσεως καὶ προσπαθείας S.E.P.1.230; γενομένους ἐν π. Heraclit.Incred
    4 KB (299 words) - 03:04, 1 January 2019
  • τσαμαδούρα αρχ. 1. διακριτικό σημάδι, σύμβολο (π.χ. εθνόσημο, οικόσημο) («ἄνευ γὰρ ἐπισήμου οὔ σφι νόμος ἐστὶ ἔχειν σκῆπτρον», Ηρόδ.) 2. (για ασπίδα) διακριτικό
    1,019 bytes (78 words) - 06:39, 29 September 2017
  • 176C). prep. P. and V. πλήν (gen.). outside of: P. ἔξω (gen.), ἐκτός (gen.), ἄνευ (gen.), P. and V. χωρίς (gen.), V. δίχα (gen.). beside: Ar. and P. παρά (acc
    670 bytes (90 words) - 06:20, 29 September 2019
  • διάπραξη αδικήματος μσν.-αρχ. μέσ. συνεργοῦμαι α) συντελούμαι, γίνομαι («οὐκ ἄνευ... αἰτιας μεγάλης ἡ τοιαύτη συνεργεῑται οἰκονομία», Γρηγ. Νύσσ.) β) βοηθιέμαι
    2 KB (176 words) - 12:51, 29 September 2017
  • ἔλεγες…; ὁ αὐτ. Γοργ. 495C, πρβλ. 470Β, Θεαίτ. 165Ε, Πολ. 337C κτλ. ΙΙ. σπανίως ἄνευ ἐρωτήσεως, ἀπόγνοια τοῦ ἄλλοτι ἢ κρατεῖν τῆς γῆς, Θουκ. 3. 85.
    2 KB (189 words) - 11:17, 5 August 2017
  • ἐντὸς ὁρίων, ὁροθετῶ, μέχρις οὗ δεῖ ἔχειν .. Πλούτ. 2. 226C· ἄνευ τοῦ περιορίζοντος, ἄνευ ὁρίου τινός, αὐτόθι 719Ε. - Παθ., ἡγεμονία τῷ Ὠκεανῷ περιορισθεῖσα
    6 KB (408 words) - 12:10, 26 February 2019
  • | slang.gr | Κάτο ἄνανδρος: -ον (ἀνήρ)· I. ἄνευ ἀνδρός, αγαμία, κατάσταση άνευ συζύγου, σε Τραγ. 2. ἄνευ ἀνδρῶν, χωρίς άνδρες, στο ίδ. II. αυτός από τον
    9 KB (732 words) - 11:50, 10 January 2019
  • 1. εξέταση, έρευνα («οὐδὲν οἷόν τε κατὰ τρόπον χειρίσαι τῶν προσπιπτόντων ἄνευ τῆς τῶν προειρημένων ἐπιγνώσεως», Πολ.) 2. κατανόηση («τὴν τῆς μουσικῆς ἐπίγνωσιν»
    867 bytes (66 words) - 06:31, 29 September 2017
  • Δείναρχ. 94. 30· τὴν κατ’ αὐτοῦ κατασκευὴν Ἰω. Μαλ. σ. 84, 6· ἄνευ κατασκευῆς ᾂδειν, ἄνευ τέχνης, ἀτέχνως, Αἰλ. π. Ζ. 5. 38· ὁ περίβολος ἠσφάλισται φύσει
    19 KB (1,551 words) - 11:35, 26 February 2019
  • P. ἴσως, ἐπιεικῶς, Ar. and V. ἐν δίκῃ, V. δίκῃ, πρὸς δίκης, σὺν δίκῃ, οὐκ ἄνευ δίκης. On grounds of justice: P. and V. κατὰ δίκην (Thuc. 7, 57). Reasonably:
    629 bytes (71 words) - 09:45, 21 July 2017
  • making terms without their authority: P. τοὺς στρατηγούς ἐπῃτιάσαντο ὅτι ἄνευ αὑτῶν συνέβησαν (Thuc. 2, 70). the authorities, those in authority: P. and
    2 KB (201 words) - 20:15, 1 October 2019
  • καθυπόταξη, υποδούλωση (α. «η υποταγή τών ασθενεστέρων στους ισχυρούς» β. «ἡ ἄνευ κινδύνου ὑποταγή», Δίον. Αλ.) 2. εκούσια συγκατάθεση, υπακοή (α. «δοξάζοντες
    2 KB (145 words) - 12:46, 29 September 2017
  • Pl.Euthd.282d; ἢ φύσει ἢ τέχνῃ Id.R. 381b; τέχνῃ καὶ ἐπιστήμῃ Id.Ion532c; ἄνευ τέχνης, μετὰ τέχνης, Id.Phd.89e: τ. defined as ἕξις ὁδοποιητική, Zeno Stoic
    34 KB (3,028 words) - 14:30, 3 October 2019
  • ταῦτα... διείρεο μηδὲ μετάλλα Ἰλ. Α. 550, πρβλ. Δ. 302, κτλ.· ― σπανιώτερον ἄνευ προηγουμένης ἀρνήσεως, τεκνοῦσθαι, μηδ’ ἄπαιδα θνήσκειν Αἰσχύλ. Ἀγ. 754,
    3 KB (330 words) - 10:09, 5 August 2017
  • μαζική παραγωγή ενός προϊόντος, αλλ. πρότυπο ή μοντέλο μσν. 1. προηγούμενο («ἄνευ τινὸς ὑποδείγματος παρὰ τοὺς κανόνας ἐπίσκοπον χειροτονῆσαι», Λέων Μαγ.)
    2 KB (171 words) - 12:48, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)