Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄνθραξ" on this wiki. See also the other search results found.

  • 惡待了好人 同源字:1) (ἀνθρακιά)燒著的炭 2) (ἄνθραξ)炭火 出現次數:總共(1);羅(1) 譯字彙編: 1) 炭(1) 羅12:20 ἄνθραξ = charcoal ⇢ Look up "ἄνθραξ" on Google | Wiktionary | LSJ full
    13 KB (1,363 words) - 00:10, 1 January 2021
  • ο (AM ἄνθραξ) βλ. άνθρακας. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    82 bytes (14 words) - 06:21, 29 September 2017
  • P. and V. ἄνθραξ, ὁ (Eur., Cyclops 244). ⇢ Look up "charcoal" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google
    248 bytes (25 words) - 19:15, 9 December 2020
  • τό, Dim. of ἄνθραξ, a stone of which mirrors were made, Thphr.Lap.33. II Dim. of ἄνθραξ 11.1, IG11.161B82 (Delos, iii B.C.); of ἄνθραξ 11.2, Cass.Fel
    3 KB (212 words) - 18:55, 31 December 2020
  • Use P. and V. ἄνθραξ, ὁ (Eur., Cyclops 244, 671). ⇢ Look up "coal" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    257 bytes (27 words) - 19:20, 9 December 2020
  • ο (AM ἄνθραξ) 1. ξυλάνθρακας, κάρβουνο 2. πράγμα ευτελές και ανάξιο λόγου «άνθρακες ο θησαυρός» (παροιμία για διάψευση ελπίδων) 3. κακόηθες έλκος ή μελάνωμα
    5 KB (227 words) - 21:55, 29 December 2020
  • tizón = δαλός, ἄνθραξ, ἐμπυρισμός, δαυχμός, γρυνός, δαλίδιον, δαλίον, ἀπόκαυμα * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on
    177 bytes (22 words) - 07:22, 22 August 2017
  • third sources: fut. A φωτίσω 1 Ep.Cor.4.5:—I. abs., shine, give light, ὁ ἄνθραξ [οὐ δύναται] φωτίζειν ὥσπερ ἡ φλόξ Thphr.Ign.30, cf. Nic.Fr.74.66. II trans
    13 KB (1,216 words) - 14:37, 31 December 2020
  • granate = ἄνθραξ, βαλαύστρινος, γρανάτον, ἀνθράκιον, ἀνθρακίας, ἁλουργός * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal
    158 bytes (20 words) - 07:07, 22 August 2017
  • 字義溯源:燒著的炭,炭火;源自(ἄνθραξ)*=炭火)。使徒約翰在他的福音書中用了兩次‘炭火’。一次的炭火,是彼得三次否認主前在那裏烤火取暖( 約18:18);另一次的炭火,是復活後的主,在那裏烤魚,去挽回打不著魚的彼得( 約21:9) 同源字:1) (ἄνθραξ)炭火 同義字:1) (ἀνθρακιά)燒著的炭,炭火
    8 KB (769 words) - 19:05, 31 December 2020
  • Ἐκκλ., ἴδε ἐν λέξ. ἄνθραξ ΙΙ. f. ἀνθρακίσω, att. ἀνθρακιῶ; 1 réduire en charbon; 2 faire griller sur des charbons. Étymologie: ἄνθραξ. • Grafía: graf
    2 KB (187 words) - 18:58, 31 December 2020
  • (κάμηλος, ἄνθραξ) = μελικηρίς, πάθος τι, Λέων Ἰατρ. 211. καμηλάνθραξ, -ακος, ὁ (Α) είδος νόσου, αλλ. μεληκρίς. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάμηλος + ἄνθραξ. * Αναζήτηση
    466 bytes (31 words) - 07:21, 29 September 2017
  • (Μ) αποστηματώδες οίδημα του δέρματος, δοθιήνας. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέλας, -ανος + ἄνθραξ (βλ. και λ. μαλαθράκι)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    377 bytes (25 words) - 07:27, 29 September 2017
  • carbunclo = ἄνθραξ, ἀνθράκιον, ἀνθράκωσις * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    85 bytes (17 words) - 06:50, 22 August 2017
  • • Prosodia: [-ᾰ-] Antracilo o «Carboncito» n. festivo construido sobre ἄνθραξ Ar.Ach.612.
    183 bytes (15 words) - 12:08, 21 August 2017
  • μαλάθρακας. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. διαλ. μαλανθράκη < αρχ. μελανθράκη (< μέλας + ἄνθραξ), με προληπτική αφομοίωση του -ε- σε -α- και με αλλαγή γένους, πιθ. κατ'
    690 bytes (43 words) - 07:35, 29 September 2017
  • χρησιμοποιείται ως μέσο αποχρωματισμού τών υγρών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀστέον / ὀστοῦν + ἄνθραξ. Η λ., στον λόγιο τ. ὀστεάνθραξ, μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα
    624 bytes (44 words) - 12:11, 29 September 2017
  • ἀνθρακίας: -ου, ὁ, μέλας ὡς ὁ ἄνθραξ, «μαῦρος ’σὰν τὸ κάρβουνο» Λουκ. Ἰκαρομ. 13. ου; adj. m. noir comme du charbon. Étymologie: ἄνθραξ. -ου, ὁ 1 persona carbonizada
    2 KB (135 words) - 18:55, 31 December 2020
  • [Seite 1320] = ἄνθραξ, E. M. κάνδαρος: ὁ, = ἄνθραξ, Ἡσύχ. (Πρβλ. candeo). Grammatical information: m.? Meaning: ἄνθραξ H. Origin: PG [a word of Pre-Greek
    1 KB (151 words) - 18:30, 8 July 2020
  • charbon, braise ; cendre brûlante. Étymologie: DELG μαρμαίρω. Par. σποδός, ἄνθραξ. η (Α μαρίλη και μαρίλα) 1. τέφρα, στάχτη η οποία παράγεται από κάρβουνα
    6 KB (515 words) - 10:25, 1 January 2021

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)