Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄνθραξ" on this wiki. See also the other search results found.

  • fressendes Geschwür, Karbunkel, Medic. ἄνθραξ: -ακος, ὁ, (ἡ ῥίζα ἄγνωστός) «κάρβουνον», ἐνίοτε ὁ πεπυρακτωμένος ἄνθραξ: «τρίγλας ... καὶ κίχλας ... ἔρριψα
    13 KB (1,328 words) - 13:10, 3 October 2019
  • ο (AM ἄνθραξ) βλ. άνθρακας. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    82 bytes (14 words) - 06:21, 29 September 2017
  • subs. Use P. and V. ἄνθραξ, ὁ (Eur., Cycl. 244, 671). Look up coal on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia |
    167 bytes (28 words) - 09:25, 21 July 2017
  • δαλός, ἄνθραξ, ἐμπυρισμός, δαυχμός, γρυνός, δαλίδιον, δαλίον, ἀπόκαυμα
    177 bytes (8 words) - 07:22, 22 August 2017
  • τό, Dim. of ἄνθραξ, a stone of which mirrors were made, Thphr.Lap.33.    II Dim. of ἄνθραξ 11.1, IG11.161B82 (Delos, iii B.C.); of ἄνθραξ 11.2, Cass.Fel
    3 KB (201 words) - 06:55, 29 September 2017
  • ἄνθραξ, βαλαύστρινος, γρανάτον, ἀνθράκιον, ἀνθρακίας, ἁλουργός
    158 bytes (6 words) - 07:07, 22 August 2017
  • subs. P. and V. ἄνθραξ, ὁ (Eur., Cycl. 244). Look up charcoal on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google
    158 bytes (26 words) - 09:24, 21 July 2017
  • ο (AM ἄνθραξ) 1. ξυλάνθρακας, κάρβουνο 2. πράγμα ευτελές και ανάξιο λόγου «άνθρακες ο θησαυρός» (παροιμία για διάψευση ελπίδων) 3. κακόηθες έλκος ή μελάνωμα
    5 KB (227 words) - 12:18, 15 February 2019
  • fut.    A φωτίσω 1 Ep.Cor.4.5:—I. abs., shine, give light, ὁ ἄνθραξ [οὐ δύναται] φωτίζειν ὥσπερ ἡ φλόξ Thphr.Ign.30, cf. Nic.Fr.74.66.    II trans., illuminate
    13 KB (1,204 words) - 14:40, 3 October 2019
  • 字義溯源:燒著的炭,炭火;源自(ἄνθραξ)*=炭火)。使徒約翰在他的福音書中用了兩次‘炭火’。一次的炭火,是彼得三次否認主前在那裏烤火取暖( 約18:18);另一次的炭火,是復活後的主,在那裏烤魚,去挽回打不著魚的彼得( 約21:9) 同源字:1) (ἄνθραξ)炭火 同義字:1) (ἀνθρακιά)燒著的炭,炭火
    8 KB (759 words) - 13:10, 3 October 2019
  • ἄνθραξ, ἀνθράκιον, ἀνθράκωσις
    85 bytes (3 words) - 06:50, 22 August 2017
  • charbon, braise ; cendre brûlante. Étymologie: DELG μαρμαίρω. Par. σποδός, ἄνθραξ. η (Α μαρίλη και μαρίλα) 1. τέφρα, στάχτη η οποία παράγεται από κάρβουνα
    6 KB (476 words) - 15:17, 2 October 2019
  • (κάμηλος, ἄνθραξ) = μελικηρίς, πάθος τι, Λέων Ἰατρ. 211. καμηλάνθραξ, -ακος, ὁ (Α) είδος νόσου, αλλ. μεληκρίς. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάμηλος + ἄνθραξ. Αναζήτηση
    466 bytes (31 words) - 07:21, 29 September 2017
  • ἄνθραξ, ἀνθράκιον
    58 bytes (2 words) - 06:40, 22 August 2017
  • ἄνθραξ, Ἄρειον
    52 bytes (2 words) - 07:07, 22 August 2017
  • ἄνθραξ, ἐμπύρευμα
    58 bytes (2 words) - 06:50, 22 August 2017
  • (Μ) αποστηματώδες οίδημα του δέρματος, δοθιήνας. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέλας, -ανος + ἄνθραξ (βλ. και λ. μαλαθράκι)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    377 bytes (25 words) - 07:27, 29 September 2017
  • μαλάθρακας. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. διαλ. μαλανθράκη < αρχ. μελανθράκη (< μέλας + ἄνθραξ), με προληπτική αφομοίωση του -ε- σε -α- και με αλλαγή γένους, πιθ. κατ'
    690 bytes (43 words) - 07:35, 29 September 2017
  • χρησιμοποιείται ως μέσο αποχρωματισμού τών υγρών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀστέον / ὀστοῦν + ἄνθραξ. Η λ., στον λόγιο τ. ὀστεάνθραξ, μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα
    624 bytes (44 words) - 12:11, 29 September 2017
  • ἀνθρακίας: -ου, ὁ, μέλας ὡς ὁ ἄνθραξ, «μαῦρος ’σὰν τὸ κάρβουνο» Λουκ. Ἰκαρομ. 13. ου; adj. m. noir comme du charbon. Étymologie: ἄνθραξ. -ου, ὁ 1 persona carbonizada
    2 KB (124 words) - 13:21, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)