Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἄνθρωπος" on this wiki. See also the other search results found.

  • ἰδού) ὁ ἄνθρωπος behold the man in question, maltreated, defenseless, ὁ ἔσω and ὁ ἔξω ἄνθρωπος, soul and body: Plato, rep. 9,589a. ὁ ἐντός ἄνθρωπος; Plotinus
    74 KB (7,754 words) - 13:05, 3 October 2019
  • P. and V. ψυχή, ἡ. Living thing: P. and V. ζῷον, τό. Person: P. and V. ἄνθρωπος, ὁ or ἡ, Ar. and V. φώς, ὁ. Come into being, v.: P. and V. γίγνεσθαι, φαίνεσθαι
    654 bytes (74 words) - 09:22, 21 July 2017
  • ἀνθρώποις εὐδοκία») 5. ο ενάρετος άνθρωπος, αυτός που έχει ανθρωπιά («είναι σε όλα του άνθρωπος», «ἦ χαρίεν ἔστ' ἄνθρωπος, ἄν ἄνθρωπος ἦ», Μένανδρος) 6. μαζί με
    12 KB (666 words) - 11:25, 14 January 2019
  • Ar. ἐμβάδια περικωνεῖν. subs. Colour: P. μέλαν, τό. Negro: use P. μέλας ἄνθρωπος; see negro. Look up black on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    1 KB (108 words) - 11:00, 7 August 2017
  • εφευρετικός, ευφυής, έξυπνος, διορατικός, τετραπέρατος («πάντων τῶν ζῷων... ἄνθρωπος... δοκοῡν εἶναι πανουργότατον», Πολ.) 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ πανοῡργα
    2 KB (138 words) - 12:13, 29 September 2017
  • ἰάσεις», Πλάτ.) μσν.-αρχ. 1. απαλλαγή από κάτι (α. «... ὁ Κύριος... δι' ἡμᾱς ἄνθρωπος γέγονεν, ὅπως... τῶν παθῶν τῶν ἡμετέρων συμμέτοχος γενόμενος και ἴασιν
    1,008 bytes (76 words) - 07:18, 29 September 2017
  • τελεσφορώ («καρποφόρησαν τα λόγια μου») μσν. 1. αποκομίζω καρπούς («ἵνα ὁ ἄνθρωπος τὰς ἐντολὰς κυρίου καρποφορῇ») 2. κερδίζω, αποκτώ μσν.-αρχ. κάνω προσφορές
    603 bytes (45 words) - 07:21, 29 September 2017
  • γενέτης, ἐκ, γονή, γόνος, ἔγγονος, γεννητός, ἀπόγονος, ἄμναμος, ἄνθρωπος, γέννημα, ἔκγονος, γενεθλίωμα, γαστήρ
    270 bytes (13 words) - 06:52, 22 August 2017
  • ἐμπλαστή, δυσραχῖτις, ἔμπλαστρον, ἔμπλαστρος, αἰγυπτάριον, Ἑλλησπόντιος, ἄνθρωπος, ἀπόχυμα, ἁρμονία, ἔμπλαστος, ἔμπλασμα
    461 bytes (20 words) - 06:43, 22 August 2017
  • το (ΑΜ παιδίον, Μ και παιδίν) παις, παιδός]] 1. άνθρωπος μικρής ηλικίας, ανήλικο αγόρι ή κορίτσι 2. το τέκνο, ο γόνος κάποιου (α. «κι η δόλια μου ματιά
    2 KB (199 words) - 13:02, 15 February 2019
  • έντονο δυσάρεστο συναίσθημα μσν. φρ. «τοῦ μαχαιρίου» (ενν. ἄνθρωπος) μαχαιροβγάλτης, άνθρωπος του σκοινιού και του παλουκιού, κακούργος (αρχ. στον τ. μαχαίριον)
    4 KB (269 words) - 13:00, 15 February 2019
  • παρὰ πεζοῖς: πρβλ. ἄνθρωπος. 3) ἀνὴρ ὅδε, ὅδ’ ἀνήρ, συχν. παρὰ Τραγ. ἐν πάσαις ταῖς πτώσεσιν ἀντὶ τοῦ ἐγώ. 4) πᾶς ἀνήρ, πᾶς ἄνθρωπος, πᾶς τις, συχν. παρὰ
    79 KB (8,393 words) - 19:09, 5 April 2020
  • vereinigen, Tert. adv. Prax. 27. Vgl. Prisc. 8, 96 ›uno, unas; unio, unis‹. Α, ἄνθρωπος, ἄλλος, δέλφον, εἷς, ἀνήρ
    566 bytes (91 words) - 07:23, 22 August 2017
  • φαίνεται ὅτι ταυτίζει τὸ πτηνὸν τοῦτο πρὸς τὴν ὠτίδα, ἀλλ’ ἡμαρτημένως. ΙΙ. ἄνθρωπος εὐχερῶς ἐξαπατώμενος, μωρός, «μποῦφος», «ὦτος ὄρνεον, ὃ περὶ τὰ ὦτα ἔχει
    1 KB (102 words) - 14:10, 31 January 2019
  • το (Α ἄτομον, ουδ. ως ουσ. του επιθ. ἄτομος) νεοελλ. 1. ένας άνθρωπος, σε αντίθεση με την ομάδα 2. η μικρότερη μονάδα ενός χημικού στοιχείου που διατηρεί
    846 bytes (75 words) - 06:22, 29 September 2017
  • δμωΐς, γυναικεῖος, βολίζη, ἀποφράση, ἅβρα, δουλεύτρια, ἄνθρωπος, γυνή, δοῦλος
    195 bytes (9 words) - 06:40, 22 August 2017
  • 1. με κάποιο τρόπο («κάπως θα τά καταφέρεις») 2. λίγο («κάπως ησύχασε ο άνθρωπος») 3. όχι έντονα («είναι κάπως παράξενος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < φρ. κἄν πως]. Αναζήτηση
    437 bytes (34 words) - 07:21, 29 September 2017
  • (collective) most miserable creatures, E.Med.231; εἶτ' οὐ περίεργόν ἐστιν ἄνθρωπος φ.; Alex.141.1; κακὸν φ. πέφυκεν . . γυνή Men.Mon.304; also in Pl., ἐμὲ
    9 KB (750 words) - 02:40, 10 January 2019
  • συστήματος (α. «βιομηχανικά φυτά» β. «φαρμακευτικά φυτά») 2. μτφ. α) ανόητος άνθρωπος β) άτομο του οποίου ο οργανισμός έχει υποστεί σοβαρότατες βλάβες και έχει
    4 KB (275 words) - 12:47, 29 September 2017
  • («Παυσανίας ὁ ἐκ Κεραμέων», Πλάτ.) 2. φρ. «κεραμέως πλοῡτος» ή «κεραμεὺς ἄνθρωπος» — κάθε σαθρό και επισφαλές πράγμα 3. παροιμ. «κεραμεύς κεραμεῑ κοτέει»
    915 bytes (68 words) - 07:23, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)